«Μάνα, ντρέπομαι για σένα…» – Όταν η αγάπη δεν φτάνει και το χρήμα μετράει περισσότερο

«Μάνα, σε παρακαλώ… μην έρθεις έτσι στο τραπέζι. Θα είναι κι οι γονείς του Πέτρου». Η φωνή της Ελένης έτρεμε, αλλά όχι από τρυφερότητα. Από ντροπή.

Έμεινα με το παλτό στο χέρι, στο μικρό μου δυάρι στα Πατήσια, και κοίταξα τον καθρέφτη. Τα μαλλιά μου πιασμένα πρόχειρα, τα χέρια μου σκασμένα από τις καθαριότητες. «Έτσι;» ψιθύρισα. «Έτσι είμαι εγώ, Ελένη μου».

«Δεν καταλαβαίνεις…» είπε απότομα. «Η πεθερά μου φοράει κοσμήματα, ο πεθερός μου μιλάει για επενδύσεις, για εξοχικά… Κι εσύ…» Σταμάτησε. Άκουσα την ανάσα της να βαραίνει. «Ντρέπομαι. Γιατί δεν μπορείς να μου προσφέρεις ασφάλεια όπως αυτοί».

Η λέξη “ντρέπομαι” μου κάρφωσε το στήθος. Σαν να γύρισε πίσω όλη μου η ζωή: οι διπλοβάρδιες, τα λεωφορεία χαράματα, τα μεροκάματα που δεν έφταναν, οι λογαριασμοί που τους έσπρωχνα με το χέρι σαν να ήταν πέτρες. Ο πατέρας της έφυγε όταν η Ελένη ήταν έξι. «Δεν αντέχω άλλο τη φτώχεια σου, Μαρία», μου είχε πει ο Γιώργος και έκλεισε την πόρτα. Κι εγώ έμεινα να αντέχω για δύο.

«Ασφάλεια…» επανέλαβα. «Δηλαδή τα φροντιστήρια που σου πλήρωνα με δανεικά δεν ήταν ασφάλεια; Τα παπούτσια που σου έπαιρνα και μετά έτρωγα μακαρόνια τρεις μέρες;»

«Μην το κάνεις δράμα!» πετάχτηκε. «Απλά… θέλω να ταιριάξω. Θέλω να μη με κοιτάνε σαν…»

«Σαν τι; Σαν κόρη της καθαρίστριας;» Η φωνή μου έσπασε. Δεν ήθελα να την πληγώσω, αλλά η αλήθεια βγήκε μόνη της.

Σιωπή. Μετά την άκουσα να λέει πιο χαμηλά: «Ο Πέτρος λέει πως δεν σε νοιάζει να προσπαθήσεις. Ότι βολεύτηκες».

Γέλασα πικρά. «Βολεύτηκα; Ελένη, εγώ έμαθα να μετράω τα κέρματα για να πάρεις εσύ πορτοκάλι στο σχολείο. Έμαθα να χαμογελάω στον ιδιοκτήτη για να μου δώσει παράταση. Έμαθα να κοιμάμαι με το άγχος και να ξυπνάω με την ελπίδα ότι θα τα καταφέρω άλλη μια μέρα».

«Δεν λέω ότι δεν έκανες…» ψέλλισε. «Αλλά τώρα… οι άλλοι έχουν. Κι εγώ νιώθω μικρή».

Τότε κατάλαβα: δεν ντρεπόταν μόνο για μένα. Ντρεπόταν για το κορίτσι που ήταν κάποτε, για τις μέρες που δεν είχε “αρκετά”. Και μαζί μ’ αυτό, έσβηνε κι εμένα.

Το βράδυ πήγα τελικά. Φόρεσα το καλύτερό μου φόρεμα, εκείνο το μαύρο που είχα κρατήσει για «μια καλή περίσταση». Στο σπίτι των πεθερικών, στη Γλυφάδα, όλα μύριζαν ακριβό κερί και σιγουριά. Η πεθερά της, η κυρία Δέσποινα, με φίλησε στον αέρα. «Χαίρομαι… επιτέλους γνωριζόμαστε». Ο πεθερός, ο κύριος Στέλιος, μου έσφιξε το χέρι σαν να ζύγιζε την αξία μου.

Στο τραπέζι μιλούσαν για ταξίδια, για “ευκαιρίες”, για το πώς «οι νέοι πρέπει να ξεκινάνε με ένα κεφάλαιο». Κι εγώ κοιτούσα την Ελένη. Δεν με κοίταζε. Έπαιζε με το ποτήρι της, σαν να ήθελε να εξαφανιστώ.

Κάποια στιγμή η κυρία Δέσποινα είπε: «Ελένη μου, ευτυχώς που τώρα θα έχεις στήριξη. Τα παιδιά χρειάζονται βάση». Και η Ελένη χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο που δεν ήταν για μένα.

Ένιωσα να σηκώνομαι μέσα μου, αργά, σαν κύμα. Δεν φώναξα. Δεν έκανα σκηνή. Μόνο είπα ήρεμα: «Η βάση δεν είναι μόνο τα λεφτά. Είναι και ποιος σε κράτησε όταν δεν είχες τίποτα».

Η Ελένη σήκωσε το βλέμμα. Για μια στιγμή είδα φόβο. Ίσως και τύψεις.

Γύρισα σπίτι με το μετρό. Στο κάθισμα απέναντί μου μια μάνα κρατούσε σακούλες σούπερ μάρκετ και ένα παιδί κοιμόταν στον ώμο της. Την κοίταξα και σκέφτηκα: πόσες από εμάς μεγαλώνουμε παιδιά για να μας μετρήσουν μετά με τιμές αγοράς;

Δεν ξέρω αν η Ελένη θα καταλάβει. Ξέρω μόνο ότι εγώ πρέπει να ξαναβρώ την αξιοπρέπειά μου, όχι στα μάτια της, αλλά στα δικά μου.

Κι εσείς… αν το παιδί σας σάς έλεγε πως ντρέπεται για εσάς, τι θα κάνατε; Θα συνεχίζατε να δίνετε αγάπη, ή θα ζητούσατε πρώτα σεβασμό;