«Μην κάνεις έτσι, η μάνα μου πάντα έτσι ήταν…» — Κι όμως, εγώ δεν αντέχω άλλο να μας δίνει ψίχουλα και στην κουνιάδα μου τα πάντα
«Μαρία, πάρε κι εσύ λίγο ακόμα… από χθες είναι, αλλά μια χαρά τρώγεται», είπε η πεθερά μου, η κυρία Ελένη, και το είπε σαν να μου έκανε χάρη. Κοίταξα το ταψί με τα μισοφαγωμένα κομμάτια και ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Δίπλα, η κουνιάδα μου, η Κατερίνα, άνοιγε μια σακούλα με καινούρια ρούχα.
«Αχ μαμά, πάλι δεν έπρεπε…» έκανε η Κατερίνα, αλλά τα μάτια της έλαμπαν. Και μετά ο φάκελος. Ο γνωστός φάκελος. «Για το ενοίκιο σου, κορίτσι μου. Να μη ζορίζεσαι», είπε η πεθερά μου και της χάιδεψε το μάγουλο.
Ο άντρας μου, ο Γιάννης, έσφιξε το πιρούνι. «Μάνα… εμείς αυτόν τον μήνα…» ξεκίνησε διστακτικά.
Η κυρία Ελένη ούτε που τον κοίταξε. «Εσείς είστε δυνατοί. Εσύ δουλεύεις, η Μαρία δουλεύει. Η Κατερίνα είναι μόνη της. Άλλο πράγμα.»
Μόνη της. Λες και εγώ δεν ήμουν μόνη μου μέσα σε αυτό το σπίτι κάθε φορά που ερχόμασταν. Λες και δεν μετρούσαν οι δικές μου νύχτες που έκανα λογαριασμούς στο κινητό, σβήνοντας και ξαναγράφοντας νούμερα για να βγει ο μήνας. Λες και δεν μετρούσε που ο Γιάννης γύριζε κουρασμένος, κι εγώ κατάπινα τα παράπονά μου για να μη γίνει καβγάς.
Στο τραπέζι έπεσε εκείνη η βαριά σιωπή που την ξέρω πια απ’ έξω. Η πεθερά μου έκοβε ψωμί, η Κατερίνα μιλούσε για τις διακοπές που «ίσως» θα πάει, κι εγώ άκουγα τη φωνή μέσα μου: Πόσο ακόμα θα κάνεις την ευγενική;
Θυμήθηκα την πρώτη χρονιά του γάμου μας. Τότε που της πήγα γλυκό ταψιού και μου είπε: «Καλά… εσύ δεν είσαι και πολύ του σπιτιού, ε;» Γέλασα για να μη φανεί ότι πόνεσα. Μετά ήρθαν τα Χριστούγεννα: στην Κατερίνα χρυσό σταυρουδάκι, σε εμάς ένα σετ πετσέτες “που περίσσευε”. Και κάθε φορά, ο Γιάννης: «Μην το παίρνεις προσωπικά, Μαρία. Έτσι είναι η μάνα μου.»
Μα πώς να μην το πάρω προσωπικά όταν με κοιτάει σαν να είμαι φιλοξενούμενη που παρακάθισε; Όταν ρωτάει την Κατερίνα “έφαγες; κοιμήθηκες; έχεις λεφτά;” και σε μένα λέει μόνο “καλησπέρα”; Όταν, αν αργήσω να πλύνω ένα πιάτο, το σχολιάζει, αλλά αν η Κατερίνα αφήσει το σπίτι άνω-κάτω, “ε, παιδί είναι”.
«Μαρία, γιατί δεν τρως;» με ρώτησε ξαφνικά η Κατερίνα, με εκείνο το χαμόγελο που δεν ξέρω αν είναι αθώο ή καρφί.
«Τρώω», είπα. Και κατάπια μαζί με την μπουκιά και την αξιοπρέπειά μου.
Ο Γιάννης έσκυψε προς το μέρος μου. «Σε παρακαλώ… όχι σήμερα», ψιθύρισε. Το “όχι σήμερα” έγινε χρόνια. Έγινε συνήθεια. Έγινε το χαλί κάτω από το οποίο κρύβαμε τα πάντα.
Και τότε η πεθερά μου πέταξε την τελευταία σταγόνα: «Κατερίνα μου, αν χρειαστείς κι άλλα, πες μου. Εσείς, Γιάννη, μην περιμένετε πολλά. Έχετε ο ένας τον άλλον.»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι. «Κυρία Ελένη…» ξεκίνησα, και η φωνή μου έτρεμε. Όχι από φόβο. Από χρόνια καταπίεσης.
Ο Γιάννης με κοίταξε ικετευτικά. Η Κατερίνα σταμάτησε να μασάει. Η πεθερά μου σήκωσε το φρύδι, σαν να περίμενε να ακούσει μια ακόμη “ευχαριστώ”.
Κι εγώ, για πρώτη φορά, δεν ήξερα αν θέλω να σώσω την ηρεμία ή να σώσω εμένα.
Αν μιλήσω, θα γίνω η “αχάριστη νύφη”. Αν σωπάσω, θα συνεχίσω να είμαι αόρατη. Πόσο κοστίζει τελικά η σιωπή μέσα σε μια οικογένεια;
Εσείς… θα λέγατε την αλήθεια, ακόμα κι αν γκρεμίσει το τραπέζι; Ή θα συνεχίζατε να τρώτε τα “περισσεύματα” για να μη χαλάσει η εικόνα;