Τώρα φοβάμαι τα τηλεφωνήματα της κόρης μου: χτυπάει μόνο όταν θέλει λεφτά
«Μαμά… έχεις λίγο χρόνο;» Η φωνή της Ελένης έτρεμε, κι εγώ, όπως πάντα, έπιασα το κινητό με τα δυο χέρια, σαν να κρατούσα κάτι ιερό.
«Έχω, αγάπη μου. Πού είσαι; Πώς είσαι;» ρώτησα γρήγορα, μην προλάβει να κλείσει το κενό ανάμεσά μας.
Μια ανάσα. Ένα μικρό, κοφτό γέλιο. «Καλά… Ε, να… χρειάζομαι ένα διακοσάρι μέχρι αύριο. Θα στα δώσω μόλις πληρωθώ.»
Και να ’το. Το μαχαίρι που μπαίνει πάντα στο ίδιο σημείο.
Κοίταξα τον άντρα μου, τον Γιώργο, που καθόταν απέναντι στο τραπέζι της κουζίνας με τον καφέ του μισοκρύο. Μόλις είδε το βλέμμα μου, κατάλαβε. Έσφιξε τα χείλη και κούνησε αρνητικά το κεφάλι, σαν να μου έλεγε: «Μην το κάνεις πάλι».
«Ελένη…» ψιθύρισα. «Μπορούμε να μιλήσουμε λίγο; Να μου πεις τι γίνεται; Έχεις φάει; Περνάς καλά;»
«Μαμά, δεν έχω χρόνο για αναλύσεις. Σου είπα. Διακόσια. Σε παρακαλώ.»
Η λέξη “σε παρακαλώ” κάποτε με έλιωνε. Τώρα με τρόμαζε. Γιατί δεν ήταν παράκληση για αγκαλιά. Ήταν παράκληση για κατάθεση.
«Πάλι;» πετάχτηκε ο Γιώργος, δυνατά επίτηδες, να τον ακούσει. «Πάλι λεφτά; Πότε θα μας πάρεις να πεις ένα “τι κάνετε”;»
Ακούστηκε ένα ξερό φύσημα από την άλλη άκρη. «Α, μάλιστα. Ο μπαμπάς πάλι. Εντάξει. Άστο. Θα βρω αλλού.»
«Μη!» είπα απότομα, κι ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος. «Μη μιλάς έτσι. Ελένη, είσαι το παιδί μας.»
Σιωπή. Μια σιωπή που μύριζε απόσταση, σαν υγρασία σε παλιό σπίτι.
Θυμήθηκα την Ελένη μικρή, να τρέχει στην παραλία της Καλαμάτας με τα μαλλιά της κολλημένα από το αλάτι, να φωνάζει «μαμά, κοίτα!» και να μου δείχνει ένα κοχύλι σαν θησαυρό. Τώρα, ο θησαυρός της ήταν ένα IBAN.
«Θα σου τα βάλω,» είπα τελικά, νιώθοντας ντροπή και ανακούφιση μαζί. «Αλλά θέλω να έρθεις την Κυριακή. Να φάμε όλοι μαζί. Έστω μισή ώρα.»
«Θα δω,» απάντησε ψυχρά. «Σ’ αγαπάω. Γεια.»
Το “σ’ αγαπάω” της έπεσε σαν κέρμα σε άδειο κουτί. Έκλεισε.
Ο Γιώργος χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. «Την ταΐζουμε και μας φτύνει. Δεν είναι αγάπη αυτό, Μαρία. Είναι συνήθεια. Είναι εκμετάλλευση.»
«Κι αν είναι ανάγκη;» του είπα, και η φωνή μου έσπασε. «Κι αν μπλέχτηκε; Κι αν ντρέπεται;»
«Κι αν απλώς δεν μας θέλει;» απάντησε ήρεμα, κι αυτή η ηρεμία με πόνεσε περισσότερο.
Τις νύχτες, όταν η Αθήνα ησυχάζει και ακούγονται μόνο τα μηχανάκια από μακριά, πιάνω τον εαυτό μου να κοιτάει το κινητό, σαν να περιμένω ένα θαύμα. Όχι άλλο αίτημα. Ένα μήνυμα: «Μαμά, είμαι χάλια. Έλα.»
Μα το θαύμα δεν έρχεται. Έρχεται μόνο ο ήχος της κλήσης, κι εγώ παγώνω πριν καν δω το όνομα.
Την τελευταία φορά που ήρθε σπίτι, στάθηκε στην πόρτα σαν ξένη. Δεν έβγαλε καν το μπουφάν. «Έχεις μετρητά;» ρώτησε. Κι εγώ, αντί να την αγκαλιάσω, πήγα μηχανικά στο συρτάρι. Ο Γιώργος σηκώθηκε. «Κάτσε να φας κάτι, Ελένη. Μια μπουκιά.»
«Δεν πεινάω.»
«Πεινάς, παιδί μου,» είπα. «Αλλά όχι για φαγητό…»
Με κοίταξε για μια στιγμή, σαν να ήθελε να πει κάτι. Τα μάτια της γυάλισαν, κι εγώ ένιωσα πως αν μιλούσε, θα έσπαγε κάτι μέσα της. Αντί γι’ αυτό, πήρε τα λεφτά, τα έβαλε στην τσάντα και ψιθύρισε: «Μην με πιέζετε.»
Η πόρτα έκλεισε. Κι εγώ έμεινα με την μυρωδιά του αρώματός της στον διάδρομο, σαν απόδειξη ότι πέρασε από τη ζωή μας χωρίς να μείνει.
Δεν ξέρω πότε χάθηκε η κόρη μου. Ήταν όταν έφυγε για σπουδές; Όταν άρχισε να δουλεύει με μισθούς που δεν φτάνουν ούτε για ενοίκιο; Όταν η ζωή στην Ελλάδα την έμαθε να ζητάει αντί να μοιράζεται;
Κι εγώ… πόσες φορές ακόμα θα πληρώνω για να ακούω τη φωνή της; Πότε θα χτυπήσει το τηλέφωνο και θα είναι απλώς η κόρη μου, όχι ένα αίτημα;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Να συνεχίσω να δίνω για να μην τη χάσω τελείως… ή να σταματήσω για να τη βρω ξανά;