Γιατί είμαι λυπημένη, ακόμα κι αν ήμουν η δεύτερη: Η ιστορία της Ελένης από την Αθήνα
«Γιατί δεν απαντάς; Πάλι με αποφεύγεις;» Η φωνή μου έσπασε τη σιωπή του μικρού διαμερίσματος στα Πατήσια. Ο Νίκος, με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα, έσφιγγε τα χέρια του νευρικά. «Ελένη, σε παρακαλώ, μην το κάνεις πιο δύσκολο…»
Από εκείνη τη στιγμή ήξερα πως τίποτα δεν θα ήταν πια το ίδιο. Ήμουν η δεύτερη. Η άλλη. Η γυναίκα που περίμενε πάντα ένα μήνυμα, ένα κρυφό βλέμμα, μια υπόσχεση που ποτέ δεν θα πραγματοποιούνταν. Ποτέ δεν πίστευα πως θα βρεθώ σε αυτή τη θέση. Μεγάλωσα σε μια παραδοσιακή οικογένεια στον Πειραιά, με γονείς που πίστευαν στην τιμή και την αλήθεια. Η μητέρα μου, η κυρία Μαρία, πάντα έλεγε: «Ελένη, να μην αφήνεις κανέναν να παίζει με την καρδιά σου». Κι όμως, εγώ άφησα τον Νίκο να παίξει με όλη μου τη ζωή.
Τον γνώρισα σε ένα καφέ στο Κουκάκι. Ήταν χειμώνας, έξω έβρεχε και το μαγαζί μύριζε φρεσκοκομμένο καφέ και βρεγμένα παλτά. Ήρθε και κάθισε δίπλα μου, χαμογελώντας αμήχανα. «Συγγνώμη, είναι ελεύθερη η θέση;» Εκείνη τη στιγμή, δεν ήξερα πως αυτό το χαμόγελο θα γινόταν η καταστροφή μου. Μιλήσαμε για ώρες, γελάσαμε, μοιραστήκαμε ιστορίες για τα παιδικά μας χρόνια, για τα όνειρά μας. Δεν μου είπε τίποτα για τη ζωή του. Τίποτα για τη γυναίκα του, τη Σοφία, τίποτα για τα δύο παιδιά του.
Όταν το έμαθα, ήταν ήδη αργά. Είχα ήδη ερωτευτεί. Ήταν ένα βράδυ που με πήρε τηλέφωνο αργά, σχεδόν μεσάνυχτα. «Ελένη, πρέπει να σου πω κάτι…» Η φωνή του έτρεμε. «Είμαι παντρεμένος. Έχω δύο παιδιά. Δεν ήθελα να σου το κρύψω, αλλά…» Δεν άκουσα τα υπόλοιπα. Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος, τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. «Γιατί; Γιατί σε μένα;» ψιθύρισα. «Δεν ξέρω… Εσύ με κάνεις να νιώθω ζωντανός. Μαζί σου ξεχνάω όλα τα προβλήματα.»
Θα μπορούσα να φύγω τότε. Να του κλείσω το τηλέφωνο, να τον διαγράψω από τη ζωή μου. Αλλά δεν το έκανα. Ήμουν ήδη παγιδευμένη. Κάθε φορά που με άγγιζε, κάθε φορά που με κοιτούσε με εκείνα τα μελαγχολικά μάτια, ξεχνούσα τον κόσμο. Ξεχνούσα ποια ήμουν. Έγινα η σκιά του. Η γυναίκα που περίμενε πάντα το επόμενο ραντεβού, το επόμενο ψέμα, την επόμενη δικαιολογία.
Οι φίλες μου με προειδοποιούσαν. Η Άννα, η παιδική μου φίλη, μου φώναζε: «Ελένη, ξύπνα! Θα σε καταστρέψει! Δεν βλέπεις ότι σε χρησιμοποιεί;» Αλλά εγώ δεν άκουγα. Ήμουν τυφλή από έρωτα. Κάθε φορά που ο Νίκος έφευγε από το σπίτι του για να με δει, ένιωθα νικήτρια. Κάθε φορά που μου έλεγε «σ’ αγαπώ», πίστευα πως κάποια μέρα θα αφήσει τη Σοφία για μένα.
Οι μήνες περνούσαν. Οι ενοχές μεγάλωναν. Κάθε φορά που έβλεπα οικογένειες να περπατούν στο Ζάππειο, ένιωθα ένα μαχαίρι στην καρδιά. Σκεφτόμουν τη Σοφία, τα παιδιά του, και μετά εμένα. Ποια ήμουν εγώ; Μια κλέφτρα ευτυχίας; Μια γυναίκα χωρίς αξιοπρέπεια; Τα βράδια, όταν έμενα μόνη, έκλαιγα σιωπηλά. Η μητέρα μου με ρωτούσε: «Τι έχεις, παιδί μου;» Κι εγώ απαντούσα πάντα το ίδιο ψέμα: «Τίποτα, μαμά. Είμαι απλώς κουρασμένη.»
Μια μέρα, όλα άλλαξαν. Ήταν Κυριακή, και ο Νίκος είχε υποσχεθεί πως θα έρθει να με δει. Περίμενα με ανυπομονησία, είχα ετοιμάσει το αγαπημένο του φαγητό, είχα φορέσει το φόρεμα που του άρεσε. Το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν η Σοφία. «Εσύ είσαι η Ελένη;» Η φωνή της ήταν ψυχρή, κοφτή. «Ξέρω τα πάντα. Ξέρω για σένα και τον Νίκο. Θέλω να σε δω.» Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. «Δεν ξέρω τι να πω…» ψιθύρισα. «Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα. Θα σε περιμένω αύριο, στο καφέ απέναντι από το σπίτι μου.»
Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Σκεφτόμουν τι θα της έλεγα, πώς θα την κοιτούσα στα μάτια. Το πρωί, ντύθηκα απλά και πήγα στο καφέ. Η Σοφία ήταν ήδη εκεί, με ένα φλιτζάνι καφέ μπροστά της. Με κοίταξε χωρίς να χαμογελάσει. «Γιατί;» με ρώτησε. «Γιατί με τον άντρα μου;» Δεν ήξερα τι να απαντήσω. «Δεν το ήθελα… Δεν το σχεδίασα…» ψέλλισα. «Κι εγώ δεν σχεδίασα να γίνω γελοία στα μάτια των παιδιών μου. Αλλά να ξέρεις κάτι, Ελένη: ο Νίκος δεν θα αφήσει ποτέ την οικογένειά του. Εσύ θα είσαι πάντα η δεύτερη.»
Έφυγα από το καφέ νιώθοντας πιο μόνη από ποτέ. Ο Νίκος με πήρε τηλέφωνο το βράδυ. «Τι σου είπε;» «Ό,τι έπρεπε να ακούσω.» Για πρώτη φορά, δεν έκλαψα. Δεν παρακάλεσα. Απλώς έκλεισα το τηλέφωνο και κάθισα στο μπαλκόνι, κοιτώντας τα φώτα της πόλης. Εκείνο το βράδυ, πήρα την απόφαση να τελειώσω τα πάντα.
Την επόμενη μέρα, ο Νίκος ήρθε στο σπίτι μου. «Ελένη, σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό. Σ’ αγαπάω. Δεν μπορώ χωρίς εσένα.» Τον κοίταξα στα μάτια. «Κι εγώ σ’ αγαπάω, Νίκο. Αλλά δεν μπορώ να ζω άλλο έτσι. Δεν μπορώ να είμαι η σκιά σου. Θέλω να είμαι το φως κάποιου, όχι το σκοτάδι.» Εκείνος έφυγε χωρίς να πει λέξη. Ήξερα πως δεν θα τον ξανάβλεπα.
Οι μήνες πέρασαν δύσκολα. Έπρεπε να ξαναβρώ τον εαυτό μου, να συγχωρήσω τα λάθη μου. Η μητέρα μου με αγκάλιασε σφιχτά ένα βράδυ. «Όλοι κάνουμε λάθη, Ελένη. Το θέμα είναι να μαθαίνουμε από αυτά.» Η Άννα με πήρε μια μέρα για καφέ και μου είπε: «Επιτέλους, σε βλέπω ξανά να χαμογελάς.»
Σήμερα, όταν περπατάω στους δρόμους της Αθήνας, σκέφτομαι όλα όσα έζησα. Πόνεσα, έκλαψα, μετάνιωσα. Αλλά έμαθα. Έμαθα πως η αγάπη δεν είναι πάντα λύτρωση. Μερικές φορές, είναι η μεγαλύτερη δοκιμασία. Και τώρα αναρωτιέμαι: αξίζει να είμαστε η δεύτερη επιλογή στη ζωή κάποιου; Ή μήπως αξίζουμε να είμαστε η πρώτη στη δική μας;
Τι λέτε εσείς; Έχετε βρεθεί ποτέ στη θέση μου; Θα συγχωρούσατε τον εαυτό σας;