Γιατί αυτή κι όχι εγώ; Μια ιστορία απογοήτευσης και οικογενειακής αδικίας
— Γιατί, μάνα; Γιατί μόνο στη Μαριάννα; φώναξα καθώς η φωνή μου έσπαγε ανάμεσα σε δάκρυα και θυμό. Η μάνα στεκόταν μπροστά μου, με το βλέμμα χαμηλωμένο και τα χέρια της πλεγμένα νευρικά. Είναι βράδυ, το σπίτι στη Νίκαια γεμάτο σκιές, κουρασμένο από παλιούς καβγάδες που έχουν αφήσει το σημάδι τους στους τοίχους κι ακόμα περισσότερο σε εμένα πια.
Όλοι λένε πως τα αδέρφια πρέπει να είναι ίσα. Ή, τουλάχιστον, έτσι με μεγάλωσε η μάνα μου – με ιστορίες για δικαιοσύνη και αγάπη, με αγγίγματα στο μέτωπο τα βράδια που ήμουν άρρωστη, με κουλουράκια που μοιραζόμασταν πάντα ισόποσα. Περάσαμε πολλά μαζί, ειδικά μετά τον θάνατο του πατέρα, όταν κλείστηκαν οι πόρτες του σπιτιού και το μόνο που έμενε, ήταν η βραχνή τηλεόραση στην κουζίνα κι η παρουσία μας, οι τρεις, ο ένας για τον άλλον.
Όμως να που σήμερα, στα τριάντα πέντε μου, νιώθω πιο ξένη από ποτέ. Είμαι στο σαλόνι, με άδεια χέρια, ενώ η αδελφή μου με θριαμβευτικό χαμόγελο κάθεται στο διπλανό δωμάτιο, κρατώντας έναν φάκελο με λεφτά – τα λεφτά που εγώ ζήτησα πρώτη, όταν η δουλειά στον παιδικό σταθμό έγινε σκονισμένο παρελθόν μέσα σε μια απόλυση χωρίς πολλά λόγια. Η μάνα κοίταξε την Μαριάννα και της χαμογέλασε.
— Είναι πιο δύσκολη η θέση της τώρα, παιδί μου… είσαι παντρεμένη, έχει δάνειο, μου είπε αμήχανα.
— Μάνα, κι εγώ πώς θα πληρώσω το νοίκι; Το φαντάζεσαι πώς είναι να φοβάμαι κάθε μήνα μη χάσω το σπίτι μου; Να σκέφτομαι μήπως γυρίσω να μείνω πάλι εδώ, στα παιδικά μου δωμάτια, να κοιμάμαι δίπλα στην παλιά κούκλα που δεν ήθελε ποτέ να παίξει η Μαριάννα;
Η φωνή μου ακούστηκε σαν κραυγή μέσα στην ησυχία. Η μάνα δεν απάντησε. Η Μαριάννα με κοίταξε ψιθυρίζοντας κάτι για ευθύνες και «να μην είμαι τόσο δραματική».
Τριγυρνώ στην αυλή της πολυκατοικίας τις επόμενες μέρες, μη μπορώντας να βρω γαλήνη. Οι γειτόνισσες, η κυρία Λένα κι η κυρία Στέλλα, ψιθυρίζουν τα δικά τους όταν περνώ, σαν να βλέπουν κάτι βαθύτερο από ό,τι θέλω να δείξω. “Τι έγινε κορίτσι μου; Μαλώσατε πάλι;” ρωτάει η Στέλλα. Χαμογελώ ψεύτικα, κρύβοντας τη θλίψη μου.
Οι αναμνήσεις στροβιλίζονται στο μυαλό μου: το βράδυ που αρρώστησε βαριά η Μαριάννα κι ήμουν όλη νύχτα στο κρεβάτι της, να της φέρνω ποτήρι με νερό. Η μάνα, αγκαλιά και στους δυο, να μοιράζει το χάδι στον πυρετό και στην αγωνία. Τότε, θυμάμαι, πίστευα ότι είμαστε η πιο δεμένη οικογένεια του κόσμου. Και τώρα;
ΜΙΑ ΒΔΟΜΑΔΑ ΜΕΤΑ
Χτύπησε το τηλέφωνο ένα πρωί. Ήταν η μάνα, τολμηρή και τσακισμένη ταυτόχρονα στη φωνή.
— Ηλέκτρα, πρέπει να μιλήσουμε.
Με φωνή καρφί, της απαντώ:
— Έχεις να μου πεις κάτι που δε μου είπες τόσα χρόνια;
Συναντηθήκαμε στο αγαπημένο της καφενείο, κάτω απ’ το πλατάνι απέναντι απ’ την εκκλησία. Η μυρωδιά του καφέ ανακατευόταν με την πίκρα μου.
— Ξέρεις, κάποιες φορές… είπε με δισταγμό, το βλέμμα σπασμένο στο φυτό του παραθύρου. …φοβάμαι ότι δεν ήμουν ποτέ δίκαιη με τη Μαριάννα. Ήσουν πάντα πιο δυνατή… Κι αυτό μ’ έβαλε να σκέφτομαι πως μπορείς να τα βγάλεις πέρα…
— Δεν ήθελα να είμαι δυνατή, μάνα, ψιθύρισα χαμηλόφωνα. Μόνο να με δεις ήθελα. Να με προσέξεις όπως πρόσεχες εκείνη.
Βούρκωσε εκείνη τη στιγμή. Κρατήσαμε τα χέρια μας σφιχτά πάνω στο τραπέζι. Κατάλαβα πως κι εκείνη κουβαλάει βάρη, φόβους, τύψεις. Τα χρόνια μας—μαζί κι οι πληγές—ερμήνευσαν αλλιώς την προτίμηση, τη φροντίδα, την αγάπη.
Το βράδυ πήγα στο δωμάτιό μου, βρήκα το παλιό ημερολόγιο που έγραφα από παιδί. Άνοιξα τυχαία σε μια σελίδα: «Χτες με ρώτησε η Μαριάννα αν τη ζηλεύω. Είπα όχι, αλλά μάλλον ναι. Γιατί παίρνει πάντοτε εκείνη τα περισσότερα χάδια;»
Για πρώτη φορά μετά από καιρό, κοίταξα τη Μαριάννα όχι σαν αντίπαλο, αλλά σαν το άλλο μισό της ιστορίας. Θυμήθηκα κι εκείνη πόσες φορές ζήλευε εμένα, το θάρρος μου, το ότι φαινομενικά δεν λύγιζα ποτέ—κι όμως ήμουν κομμάτια μέσα μου.
Ήρθε να με βρει μετά από δυο μέρες.
— Δεν είναι τίποτα αυτά τα χρήματα, είπε άξαφνα. Θα στα επιστρέψω… ή διαλέγουμε να μιλήσουμε για όλα, να τα βγάλουμε επιτέλους στη φόρα. Για όλα. Για τα κρυφά παράπονα, για το ποιά έπαιρνε τη μερίδα περισσότερη στο παστίτσιο τα Χριστούγεννα, για τα γράμματα που έστελνες εσύ στη μάνα σαν ήμασταν μακριά.
Ξαφνιάστηκα. Κι εκεί άρχισαν τα δάκρυα, τα αστεία και οι εξομολογήσεις. Κάναμε ένα άλμα πίσω στα παιδικά μας χρόνια. Θυμηθήκαμε το ταξίδι στο Λουτράκι όπου η μάνα είχε χαρίσει σε εμένα το μεγαλύτερο παγωτό κι η Μαριάννα ζητούσε εκδίκηση με κλάματα. Θυμηθήκαμε πως πάντα κάπως έτσι ήταν—λίγο πιο πολλές προσδοκίες για τη μία, λίγο περισσότερη τρυφερότητα για την άλλη.
Δε λύνονται όλα τα ανείπωτα ούτε ξεπληρώνονται με λεφτά. Αλλά μιλήσαμε, πρώτη φορά ειλικρινά. Και η μάνα άρχισε να καταλαβαίνει πως οι πληγές που άφησε η αγάπη χωρισμένη στα ζύγια, δεν σβήνονται τόσο εύκολα—όχι με λόγια. Χρειάζεται χρόνος, συνειδητοποίηση, προσπάθεια.
Μα πώς να ξεχάσεις τη γεύση της αδικίας στην ίδια σου την οικογένεια; Πόσοι από εσάς νιώσατε αόρατοι δίπλα στα αδέρφια σας; Και πώς να δώσεις άφεση εκεί που πονάς ακόμη; Ή μήπως η ισότητα στην αγάπη είναι ένα ψέμα που απλά μαθαίνουμε για να νιώθουμε λιγότερο μόνοι;