«Στα εξήντα μου, αποφάσισα να βρω τον πρώτο μου έρωτα – και όσα ανακάλυψα, ανέτρεψαν τα πάντα»
«Γιάννη; Είναι τόσο δύσκολο να σε βρω μετά από τόσα χρόνια;» ψιθύρισα μέσα μου, κοιτώντας τον καθρέφτη του παλιού μου σπιτιού. Δεκαετίες είχαν περάσει και όμως το όνομα αυτό ακόμα μου έκαιγε τα χείλη, όπως τότε, στα θρανία του Γυμνασίου στην Καλαμάτα. Πόσα χρόνια πήγαινα δίπλα του χωρίς να τολμώ να αρθρώσω την αλήθεια; Τότε, η μάνα μου, η κυρά-Άννα, δεν θα το άντεχε. Εκείνον τον ήθελε για μένα, το παραδεχόταν με μια πονηρή λάμψη στα μάτια—αλλά ζωή είναι και στα ελληνικά σπίτια πάντα προβάλλει ο φόβος του «τι θα πει ο κόσμος». Και έτσι πέρασαν τα χρόνια, ο Γιάννης να φεύγει για την Αθήνα, εγώ να παντρεύομαι με τον Κώστα, ένα καλό παιδί, σταθερός και ήσυχος, μα ποτέ ο θεός της καρδιάς μου.
Σταμάτησα μπροστά στην παλιά μαρμάρινη είσοδο. Η μικρή Αγγελικούλα από το διπλανό διαμέρισμα βγήκε να πετάξει τα σκουπίδια. «Κυρία Ελένη, είσαστε καλά; Έχετε λίγο χρώμα λες και σας έπιασε ο ήλιος». Γέλασα νευρικά. «Μπα, κορίτσι μου, έτσι ήταν πάντα οι μεγάλοι – φοβούνται τον ήλιο και τις μεγάλες αποφάσεις».
Τα παιδιά μου, ο Θανάσης και η Μαρίνα, ζούσαν πια το δικό τους αγώνα στην Αθήνα, με σπάνια μηνύματα στο WhatsApp και επισκέψεις μόνο σε τραπεζώματα Πάσχα και Χριστούγεννα. Έμενε μονάχα η ησυχία στο σπίτι μου. Ώρες έπλεκα, ή μαγείρευα για δύο για να υπενθυμίζω στον εαυτό μου πως δεν ήμουν μόνη. Μέχρι το βράδυ που βρήκα ένα παλιό κουτί, θαμμένο στα βάθη μιας ντουλάπας, με φωτογραφίες και σημειώματα. Εκεί ήταν το γράμμα του, με την μικρή, άτσαλη γραφή: «Ελένη, σ’ αγαπώ από πάντα, κι αν φύγω, πάντα θα γυρνάω σε σένα». Αυτή τη νύχτα πήρα την απόφαση να τον ψάξω.
Ξεκίνησα δειλά, ψάχνοντας σε παλιές εφημερίδες, ρωτώντας γνωστούς, μέχρι που μια μέρα βρήκα μια Κληροδοσία με το όνομά του ως πρόεδρο συλλόγου στο Παλαιό Φάληρο. Καρδιοχτύπι. Μήπως ήταν ο ίδιος; Τόσες δεκαετίες μετά και όμως, λες και άκουγα ακόμη το γέλιο του στις αυλές της Καλαμάτας.
Διαδρομή με το ΚΤΕΛ, λες και ήμουν πάλι φοιτήτρια, κρατώντας ένα μικρό τσαντάκι και δυο αποφάσεις: ή θα βρω απάντηση ή για πάντα θα μείνω με τη σκιά των αν. Κατεβαίνω, κοιτώ γύρω, στον ήλιο της πλατείας του Φαλήρου. Κι όταν έφτασα στην πολυκατοικία, το μυαλό μου στροβιλιζόταν ανάμεσα σε θάρρος και ντροπή: «Είμαι γελοία; Γιατί τώρα;».
Χτυπώ το κουδούνι. Και τότε ανοίγει η πόρτα μια γυναίκα γύρω στα χρόνια μου, με τον ίδιο σωματότυπο, το ίδιο πρόσωπο σχεδόν – σαν να έβλεπα την αντανάκλασή μου σ’ έναν παραμορφωτικό καθρέφτη.
– Παρακαλώ; με κοίταξε εξεταστικά, τα μάτια της γκρίζα, διεισδυτικά.
– Γεια σας… ζητώ τον Γιάννη Μαλτέζο. Μήπως…
– Τον πατέρα μου; απαντά εκείνη και μέσα της διαβάζω μια σπίθα αβεβαιότητας.
Κόλλησα στη θέση μου.
– Θέλετε να περάσετε; Είμαι η Σοφία, η κόρη του, είπε χαρίζοντάς μου ένα αμήχανο μειδίαμα.
Μπήκα. Στο σαλόνι στοίβες από βιβλία, παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες παιδιών που έμοιαζαν… με μένα και τον ίδιο τον Γιάννη. “Μα δεν γίνεται!” σκέφτηκα. Την είδα να κάθεται απέναντί μου.
– Τον γνωρίζατε από τα παλιά; ρώτησε προσεκτικά.
– Ήμασταν φίλοι, πολύ νέοι τότε, στην Καλαμάτα. Μα έχασα τα ίχνη του όταν φύγαμε και οι δύο, είπα ψέματα μαγκωμένη.
– Ξέρετε, πριν λίγα χρόνια η μητέρα μου έφυγε… Τον πήρε βαριά, δεν μιλά πια πολύ. Είναι στο δωμάτιό του, ασθενικός τώρα…
Η καρδιά μου έσπαγε ξανά. Ξαφνικά ένα αδύναμο, γνώριμο παραπάτημα ακούστηκε στον διάδρομο. Βγήκε ένας άντρας με λευκά μαλλιά. Στα μάτια του, το βλέμμα που είχα αφήσει εκείνα τα καλοκαίρια.
– Ελένη; Είσαι εσύ; ακουγόταν σχεδόν χωρίς ανάσα.
– Ναι, Γιάννη. Εγώ είμαι…
Σιωπή. Μια θάλασσα σιωπής ανάμεσά μας. Η Σοφία δάκρυσε χωρίς να το κρύψει.
– Σας αφήνω λίγο μόνους, είπε με μια ειλικρινή κατανόηση.
– Τι κάνεις εδώ, μετά από τόσα χρόνια; ψιθυρίζει ο Γιάννης πιάνοντας το χέρι μου με δισταγμό.
– Δεν ξέρω αν είχα το δικαίωμα, αλλά δεν άντεχα άλλο να μην ξέρω τι απέγινε ο πρώτος μου έρωτας. Η ζωή μου κύλησε σαν άθροισμα από επιλογές άλλων, Γιάννη.
– Και η δική μου, Ελένη. Ξέρεις, μετά που έφυγες… δεν πέρασε μέρα που να μην σε σκεφτώ. Κι όμως, είπα ναι σ’ όσα έφερε ο κόσμος, στο γάμο μου, στα παιδιά. Η Σοφία… είναι σαν να φέρει τα μάτια σου.
Όσο περισσότερο τον κοιτούσα, τόσο η ταραχή μεγάλωνε. Και η Σοφία, εκείνη η τρομερή ομοιότητα. Λες να… Μήπως; Αναπήδησα.
– Γιάννη, πες μου αλήθεια: εγώ και η μητέρα της Σοφίας μοιάζουμε τόσο πολύ. Την παντρεύτηκες γιατί…;
Κοίταξε κάτω, δάκρυσε.
– Όταν έφυγες, προσπάθησα να σε ξεχάσω. Γνώρισα την Ασπασία λίγο μετά. Την αγάπησα με τον δικό μου τρόπο, αλλά ποτέ… Πάντα είχα μέσα μου εσένα. Και ναι, έμοιαζε με σένα, πολύ. Έψαχνα σε άλλους εσένα, Ελένη. Και τελικά, έμεινα να ζω με σκιές.
Αυτός ο πόνος! Ήμουν τριάντα χρόνια υποκατάστατο στη ζωή κάποιου
– Πιστεύεις στις δεύτερες ευκαιρίες, Γιάννη; ψιθύρισα.
– Δεν ξέρω αν έχω άλλη δύναμη. Μα βλέποντάς σε, σαν να αναπνέω για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες.
Βγήκε η Σοφία. Στάθηκε απέναντί μας.
– Δεν το είχα καταλάβει, αλλά τώρα… Σκέφτομαι πόσα πράγματα κρύβουμε στους εαυτούς μας, είπε λες και απευθυνόταν σε όλους.
Και τότε άρχισαν όλα να καταρρέουν μέσα μου. Όλα μου τα χρόνια με τον Κώστα ζωντάνεψαν – οι σιωπές μας, οι άγραφες ενοχές. Τι νόημα έχει μια ζωή ολόκληρη αν δεν είναι αληθινή;
Γύρισα πίσω εκείνη τη μέρα με το τραμ – η Αθήνα μουντή, βαρύ και ο καιρός ανάλογος με τη ψυχή μου. Ο Κώστας με περίμενε, ήσυχος όπως πάντα.
– Πήγες για τα παιδιά; ρώτησε χωρίς να ζητάει απαντήσεις απλώς από συνήθεια.
– Όχι, Κώστα. Πήγα να βρω τον εαυτό μου.
Καρφώθηκε το βλέμμα του σε μένα. Με κοίταξε όπως δεν με είχε κοιτάξει ποτέ. Με είδε, πραγματικά για πρώτη φορά.
Από εκείνη τη μέρα δεν ησύχασα πια ούτε στο σπίτι μου, ούτε σε καμιά παρέα. Είχα την απάντηση, μα ακόμη πιο πολλά ερωτήματα: Χάθηκαν τελικά όλα; Χάνεται ο πρώτος έρωτας; Ή μήπως οφείλουμε να ψάχνουμε, ακόμα και αργά, όσα αφήσαμε πίσω;
Πείτε μου κι εσείς: Αν ήσασταν στη θέση μου, θα το τολμούσατε; Αντιμετωπίζουμε ποτέ στ’ αλήθεια τις σκιές του παρελθόντος ή απλά συμβιβαζόμαστε με τα φαντάσματά μας;