«Γιατί να πάρουμε δάνειο αφού έτσι κι αλλιώς θα κληρονομήσουμε το σπίτι σου;» – Μια εξομολόγηση μιας Ελληνίδας μάνας για την ιδιοτέλεια στην οικογένεια

«Θεοδώρα, γιατί να πάρουμε δάνειο, αφού θα κληρονομήσουμε έτσι κι αλλιώς το σπίτι σου;»

Το είπε ο γιος μου, ο Κώστας, μπροστά στη νύφη μου, χωρίς ίχνος ντροπής. Έμεινα να τον κοιτάω με μάτια μεγαλωμένα από τις θυσίες μου, τα χέρια μου άδεια αλλά ταυτόχρονα βαριά από όλο το κόπο που κουβάλησα τόσα χρόνια γι’ αυτόν. Η φράση του έπεσε σαν μαχαιριά, όχι μόνο για το περιεχόμενό της, αλλά και για τον κρύο τρόπο που την είπε, σαν να διαπραγματευόταν τιμή σε λαϊκή αγορά. Ήμασταν στο σαλόνι μου, αυτό που τόσες φορές παλιά γέμιζε γέλια – τώρα έμοιαζε με ξένο τόπο, με εμένα ξένη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.

Το μυαλό μου γύριζε στις δεκαετίες που δούλευα στον φούρνο του χωριού, τα χέρια μου γεμάτα αλεύρι και κάψιμο από το ζεστό ψωμί, για να μη του λείψει κάτι. Όταν ήρθε ο καιρός για φροντιστήρια, δουλέψα και δεύτερη βάρδια, χωρίς να γκρινιάξω. Ο άντρας μου, ο Μανώλης, έφυγε νέος και έμεινα μόνη μου να παλεύω. “Πουλούσα το χρυσό μου ρολόι για να πληρώσω το πρώτο του ενοίκιο στην Αθήνα, όταν πέρασε στη Νομική. Πάντα του έλεγα: ‘Κώστα μου, εγώ δεν μετράω την αγάπη με λεφτά. Κοίτα να γίνεις καλός άνθρωπος.’ Μάλλον κάπου εκεί έχασα το νήμα — τώρα αυτός μετράει τα πάντα με χρήματα, ακόμα κι εμένα.”