Αγάπη με δανεικά: Πώς τα λεφτά διέλυσαν την οικογένειά μου και τον γάμο μου με τον Πέτρο
«Δεν γίνεται να μην φέρεις τίποτα σήμερα, Βασιλική. Φαντάζεσαι τι θα πουν οι γονείς μου;» Η φωνή του Πέτρου ακούστηκε απότομη, σχεδόν επιτακτική, και για μια στιγμή ένιωσα να πνίγομαι. Κοίταξα ξανά το άδειο μου πορτοφόλι, ένιωσα το βάρος στο στήθος μου να μεγαλώνει. Ήταν μια συνηθισμένη Δευτέρα στα Πατήσια, αλλά για μένα η μέρα είχε ήδη χάσει το νόημά της.
«Δεν έχω, Πέτρο. Σου είπα ήδη πως η δουλειά στο φαρμακείο με έδιωξε. Πώς θα φέρω;» προσπάθησα να κρατηθώ ήρεμη, αλλά στην ουσία ήμουν έτοιμη να λυγίσω. Ξέρω πως ο Πέτρος δεν ήταν ποτέ αυτός που με έκανε να νιώθω λίγη – ήταν οι δικοί του. Η κυρία Μαρία, η μητέρα του, πάντα με κοίταζε με εκείνο το διαπεραστικό, εξεταστικό βλέμμα. Το βλέμμα που σε ζυγίζει, σε μετράει, και σε βρίσκει ελλιπή.
«Είναι θέμα αξιοπρέπειας», είπε ο Πέτρος σχεδόν ψιθυριστά, κι έφυγε γρήγορα για να μην ακούσει την αντίδρασή μου. Στάθηκα για λίγο μπροστά στον καθρέφτη. Τα μάτια μου είχαν χάσει τη λάμψη τους. Αναρωτήθηκα πότε ακριβώς άρχισε αυτή η μεταμόρφωση — από την κοπέλα που γελούσε με τα αστεία στην παραλία της Ανάβυσσου, στη γυναίκα που νιώθει συνεχώς ανεπαρκής, που μετριέται με κριτήρια τραπεζικά και όχι ανθρώπινα.
Η πρώτη φορά που βρέθηκα στο σπίτι των πεθερικών ήταν αξέχαστη. Η μεγάλη πολυκατοικία στον Βύρωνα, με τα έντονα μάρμαρα στην είσοδο, ήταν γεμάτη φωτογραφίες από ταξίδια, μεγάφωνα της επιτυχίας τους. Ο κύριος Σταύρος, πατέρας του Πέτρου, καθόταν βλοσυρός δίπλα στο παράθυρο. «Δουλεύεις κάπου σταθερά; Τι εισόδημα έχεις;» με ρώτησε ξαφνικά και με έφερε σε αμηχανία ήδη από την τρίτη μας γνωριμία.
Ο Πέτρος προσπάθησε τότε να με ηρεμήσει. “Έτσι είναι ο μπαμπάς, δεν το παίρνει προσωπικά,” μου είχε ψιθυρίσει. Αλλά εγώ ήξερα. Ήξερα πως το οικονομικό ήταν μέτρο αξίας σε αυτή την οικογένεια. Με υποδέχονταν, αλλά ποτέ δεν άνοιξαν την αγκαλιά τους χωρίς δεύτερες σκέψεις.
Τα πρώτα χρόνια του γάμου μας ήταν ζόρικα. Ο Πέτρος είχε δουλειά στη ΔΕΗ, εγώ εναλλάξα δουλειές: γραμματέας, ταμίας, φαρμακείο. Όταν τον έδιωξαν στα πρώτα μνημόνια, θυμάμαι το σπίτι να γεμίζει σιωπές. Οι συζητήσεις, που άλλοτε αφορούσαν όνειρα, ταξίδια και παιδιά, τώρα στριμώχνονταν στα μήπως, στα άγχη και στα πόσα λείπουν μέχρι το τέλος του μήνα.
Μια Κυριακή είχαν έρθει οι δικοί του για φαγητό. Ζεστή η μακαρονάδα, δικό μου ψωμί με προζύμι, κι είπαν “Α, το λάδι είναι καλό εφέτος; Φαίνεσαι λιγότερο κουρασμένη, αλλά μάλλον δεν δουλεύεις πάλι, ε;” Ο Πέτρος χαμήλωσε το κεφάλι. Εγώ προσπάθησα να γελάσω. «Προσπαθώ να βρω κάτι καλύτερο, κυρία Μαρία.» Εκείνη ξεφύσηξε και άλλαξε κουβέντα.
Όσο περνούσε ο καιρός, η κόρη μας η Σοφία μεγάλωνε. Εγώ έψαχνα δουλειά οπουδήποτε, μα στο σπίτι μας ένιωθα ξένη. Η οικογένεια του Πέτρου συνέχιζε να κάνει υπαινιγμούς. “Γιατί δεν πάτε ένα Σαββατοκύριακο στην Κέα; Εμείς να σας βοηθήσουμε θα ήταν χάσιμο, να τα βγάλετε μόνοι σας!” έλεγε ο πατέρας του. Μάλλον υπήρχε ένας άγραφος νόμος, πως αν βοηθήσουν, θα χρωστάμε εσαεί.
Στις γιορτές τα δώρα άλλαζαν ύφος. Κάρτες με χρήματα, που συνοδεύονταν από βλέμματα γεμάτα δυσπιστία και μια σιωπή που φώναζε “Μπορείτε καλύτερα”. Ο Πέτρος προσπαθούσε να αντισταθεί: «Δεν θα δεχτούμε, Βασιλική. Αξίζουμε, κι άσχετα από το πόσα βγάζουμε!». Εκείνα τα βράδια, όμως, τον έβλεπα να κάθεται σκεπτικός στο μπαλκόνι. Ήξερε πως το βλέμμα του πατέρα του τον ακολουθούσε παντού.
Η μεγαλύτερη ρήξη ήρθε όταν χάσαμε το σπίτι λόγω δανείου. Είχε μπει εγγυητής ο Πέτρος δίχως να μου το πει ποτέ. Τον είχα προειδοποιήσει για τα χρέη – “Πέτρο, δεν βγαίνουμε έτσι!” – αλλά εκείνος, από ντροπή, από φόβο, δεν μίλαγε ποτέ στους δικούς του. «Θα δούμε…» ήταν η απάντησή του. Όταν τελικά ήρθαν τα χαρτιά της τράπεζας, ο πατέρας του είπε: “Εγώ σε μεγάλωσα για να είσαι έξυπνος, όχι κορόιδο! Να σε δω τώρα τι θα κάνεις!”.
Μπήκαμε σε ένα μικρό δυάρι στη Νέα Ιωνία, όλα στα ελάχιστα. Η Σοφία ρωτούσε γιατί φύγαμε. Εγώ δεν ήξερα τι να της πω. Ο Πέτρος, βυθιζόταν όλο και πιο πολύ στις σιωπές του. Δεν άντεξα: «Τι ψάχνεις σε αυτούς τους ανθρώπους Πέτρο; Να πάρεις τι; Τη συγκατάβασή τους; Πόσα ακόμα πρέπει να χάσουμε για να μας αγαπήσουν χωρίς όρους;»
Εκείνη τη μέρα τσακωθήκαμε άγρια. Η φωνή μου γέμισε το μικρό σπίτι. Η Σοφία έτρεξε στο δωμάτιό της τρομαγμένη. Ο Πέτρος βγήκε, γύρισε ξημερώματα. Τον περίμενα, κοιτώντας το ταβάνι γεμάτη αγωνία. «Είμαι κουρασμένος, Βασιλική. Δεν μπορώ πια. Αυτοί είναι οι γονείς μου, αλλά πρέπει να καταλάβουν πως δεν είμαστε επενδυτικό σχέδιο!» είπε τελικά, βουρκωμένος.
Προσπάθησε να μιλήσει μαζί τους. Η απάντηση ήταν κρύα, αμείλικτη: «Αν δεν μπορείς να στηρίξεις την οικογένειά σου, το φταίξιμο είναι δικό σου. Κανείς δεν χαρίζει τίποτα.» Έκλεισαν το τηλέφωνο. Από τότε, ένας τοίχος υψώθηκε ανάμεσά μας και σ’ εκείνους.
Τα χρόνια πέρασαν. Οι πληγές παρέμειναν, ακόμη κι όταν βρήκα δουλειά ως σχολική γραμματέας. Μεγαλώσαμε τη Σοφία όσο πιο όμορφα μπορούσαμε, υστερώντας σε υλικά αλλά πλούσιοι σε αγάπη. Ο Πέτρος κι εγώ απομακρυνθήκαμε. Έμενε πια με τις λέξεις του πατέρα του βαθιά μέσα του, εκεί που κανένας δεν μπορούσε να φτάσει.
Μερικές φορές, αφήνομαι στη σιωπή. Αναρωτιέμαι αν άξιζε τον κόπο. Αν μπορείς πράγματι να χτίσεις οικογένεια όταν γύρω σου υπάρχει μόνο το συμφέρον. Ή αν τελικά, κάποιος πρέπει να αγαπά αληθινά – χωρίς όρους, χωρίς λογαριασμούς, χωρίς υπόλοιπα. Πείτε μου εσείς: Μπορείς να συγχωρέσεις όσους σε αγάπησαν μόνο για τα λεφτά σου; Ή πρέπει να προχωράς μπροστά;