Δύο χρόνια αργότερα: Παντρεύτηκα διαζευγμένο, τώρα ξεκινάω διαζύγιο – Η κόρη του και τα όνειρά μας σε μια γκαρσονιέρα
«Γιατί πάλι το ίδιο Μάρκο; Δεν καταλαβαίνεις; Δεν χωράμε άλλο εδώ μέσα! Δεν αντέχω άλλο!», φώναξα βράδυ Πέμπτης, μα τα λόγια μου χάθηκαν μέσα στους τέσσερις τοίχους της γκαρσονιέρας. Η Μίλιτσα, δεκατριών, κοίταξε τρομαγμένη κι έτρεξε στο δωμάτιο. Ο Μάρκος με κοίταξε θυμωμένος, μα πίσω από τον θυμό του έβλεπα φόβο. Δεν ήταν αυτή η ζωή που θέλαμε. Δεν ήταν αυτοί οι άνθρωποι που νομίζαμε θα γινόμασταν.
Όταν γνώρισα τον Μάρκο, ήμουν τριάντα δύο, κι εκείνος τριάντα επτά. Διαζευγμένος, με μια κόρη απ’ τον πρώτο γάμο. Έρωτας κεραυνοβόλος. Όλη η οικογένειά μου μού έλεγε να μην βιαστώ, ειδικά η μητέρα μου – «Δε θέλεις παιδί άλλης γυναίκας, Ελένη. Θα βρεις εσύ τον δικό σου δρόμο». Μα εγώ, πεισματάρα όπως πάντα, την αγνόησα. Ο Μάρκος ήταν ζεστός, είχε χιούμορ, ήξερε να ακούει. Για εκείνες τις πρώτες στιγμές, όλα ήταν εύκολα. Τα βλέμματα, τα αγγίγματα, το χαμόγελο που κρυβόταν στις γωνίες των χειλιών του όταν μιλάγαμε για όνειρα – ένα σπίτι στη Νέα Σμύρνη, ένα παιδί μαζί, ταξίδια, βόλτες στη θάλασσα.
Στους πρώτους μήνες, η Μίλιτσα ερχόταν μόνο τα Σαββατοκύριακα. Του έδινα χώρο, κι ας ζήλευα, γιατί ήθελα να είναι και δικός μου ο Μάρκος. Η μάνα της τον πολεμούσε για κάθε λεπτό της. «Δεν είσαι αρκετά καλός πατέρας! Πού θα πάει το παιδί, σε εκείνη τη γυναίκα σου που δεν τα έχει ζήσει;», του έστελνε εκατοντάδες μηνύματα. Ο Μάρκος να κουβαλάει ενοχές, κι εγώ να μαζεύω θραύσματα από χαμόγελα μετά το κάθε Σαββατοκύριακο.
Όταν έμεινε δίχως δουλειά εκείνη τη άνοιξη, ο Μάρκος πρότεινε: «Ελένη, θα ’πρεπε να έρθει μαζί μας η Μίλιτσα. Η ζωή με τη μάνα της γίνεται ανυπόφορη, συνέχεια καυγάδες». Χαζή δεν ήμουν, κατάλαβα πως δεν ήταν απλό. Ήταν όμως και δικό μου το καθήκον να στηρίξω το παιδί, να δοκιμάσω να είμαι κάτι σαν μαμά, αν κι ούτε εγώ ήξερα πώς. Είπα «ναι», κρατώντας τα δάκρυα να μην φανερωθούν, γιατί εν μέρει ήξερα τι θα ακολουθήσει.
Στην αρχή προσπαθούσα. «Μίλιτσα, θες να πάμε για παγωτό;», «Να σε βοηθήσω στα μαθήματα;» Εκείνη ψυχρή, μα με περηφάνια, καρφωμένη στο κινητό της, στο Instagram, με υφάκι που μόνο ένα κορίτσι από διαλυμένο σπίτι ξέρει να έχει. Κι ο Μάρκος στη μέση – να της κάνει τα χατίρια, να με ηρεμεί, να σπρώχνει τη μια αγάπη προς την άλλη.
Σιγά σιγά, το σπίτι μας μίκραινε. Ο κάθε τσακωμός ακουγόταν παντού – οι τοίχοι λεπτοί σαν χαρτί. Η Μίλιτσα, ξυπνούσε αργά, πετούσε τα ρούχα της παντού, φώναζε στο τηλέφωνο. Θύμωσα, αλλά προσπαθούσα να δείξω κατανόηση – η ψυχολόγος μου έλεγε ότι το παιδί περνάει κρίση ταυτότητας, χρειάζεται σταθερότητα. Ποια σταθερότητα, όμως, όταν την ώρα που θέλω να κάνω ένα μπάνιο η Μίλιτσα χτυπάει πορτα «Τελείωνε, έχουμε σχολείο!»; Όταν εγώ ήθελα να κοιμηθώ αγκαλιά με τον άντρα μου, εκείνη έμπαινε στο δωμάτιο με τα παράπονα – «Δεν έχω χώρο για τα ρούχα μου!». Ήθελα να φωνάξω – ποιος φταίει που είμαστε παγιδευμένοι εδώ, σε μια γκαρσονιέρα 45 τετραγωνικά;
«Μάρκο, δεν μπορώ να κάνω σχέδια για εμάς. Δεν μπορώ πια. Όλα περιστρέφονται γύρω από τη Μίλιτσα. Εγώ πότε θα…», τον ρώτησα ένα βράδυ που είχαμε βγει για φαγητό στο Περιστέρι, και κοίταζα τις φωτισμένες βιτρίνες. Εκείνος μού έπιασε το χέρι, η φωνή του σπασμένη: «Σ’ αγαπάω, Ελένη, το ξέρεις. Σε παρακαλώ, κάνε λίγο ακόμα υπομονή. Θα με βάλουν στη δουλειά από τον Μάη, θα βρούμε ένα μεγαλύτερο σπίτι». Έγνεψα, ήπια λίγο κρασί, δίχως να του πω ότι η υπομονή έχει όρια κι ότι πονάω. Γιατί πώς να το πεις; Πώς να του πεις ότι νιώθεις ξένη στο ίδιο σου το σπίτι;
Τα βράδια, όταν έμενα ξάγρυπνη, άκουγα την ανάσα της Μίλιτσας στο διπλανό κρεβάτι – χρειαζόταν ησυχία να διαβάσει, οπότε διάβαζα κι εγώ στα κρυφά, μην την ενοχλήσω. Ο Μάρκος γυρνούσε σπίτι κουρασμένος, κοιτούσε τις δυο γυναίκες του και γινόταν φάντασμα της ίδιας του της ζωής. Δεν βλεπόμασταν παρά μόνο σαν άγνωστοι συγκάτοικοι.
Σάββατο πρωί, μαγείρευα μακαρόνια με κιμά. Η Μίλιτσα μπήκε αγριεμένη. «Γιατί πάλι κιμά; Δεν μπορείς να κάνεις κάτι διαφορετικό; Η μαμά μου τα κάνει καλύτερα», είπε. Εκείνη τη στιγμή, τα χέρια μου έτρεμαν, το κουτάλι γλίστρησε. Ο Μάρκος μπήκε όπως πάντα, να διώξει την ένταση. «Μίλιτσα, μην μιλάς έτσι στη Ελένη, σε παρακαλώ», είπε μαλακά. «Ας μην το κάνουμε θέμα», πρόσθεσε, κοιτώντας εμένα. Δεν απάντησα. Κατάλαβα απλά πόσο μόνη ένιωθα. Πόσο ήθελα το σπίτι να χωράει εμένα, τα όνειρά μου, τον Μάρκο. Κι όχι μόνο τις μνήμες μιας διαλυμένης οικογένειας και παραπονιάρικα εφηβικά ξεσπάσματα.
Δοκίμασα να μιλήσω στη Μίλιτσα, να της εξηγήσω – «Καταλαβαίνω πως σου λείπει η μαμά σου, μα και εγώ κάνω ό,τι μπορώ. Πάμε ένα περίπατο; Πάμε σινεμά να δούμε κάτι που θες;» Σήκωσε τους ώμους. Ένιωθα ότι δεν ήμουν ούτε εχθρός ούτε φίλη της – απλά ένας περαστικός. Ο Μάρκος ανάμεσα σε εμάς, τρελαινόταν να βρει τις ισορροπίες. Ώσπου μια μέρα, η σταγόνα ξεχείλισε το ποτήρι. Η Μίλιτσα, κλαίγοντας, είπε «Μπαμπά, θέλω να φύγουμε, δεν αντέχω άλλο εδώ!» Κι εκείνος με κοίταξε: «Ελένη, τι θα κάνουμε; Δεν θέλω να τη χάσω. Μα και εσένα… δεν θέλω να σε χάσω».
Εκείνη ήταν η στιγμή που ένιωσα το κενό να με καταπίνει. Γιατί κατάλαβα πως ήμουν απλά κάποια που ήρθε σε μια ξένη ιστορία, σε μια οικογένεια που δεν ήταν ποτέ δική μου. Κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ με τα μάτια ανοιχτά. Ο Μάρκος δεν μίλησε άλλο. Η Μίλιτσα δεν μου ξαναμίλησε ποτέ όπως πριν. Εγώ, πια, ήξερα ήδη την απάντηση.
Σήμερα, δύο χρόνια μετά, κοιτάζω τα πακεταρισμένα κουτιά. Έχω στα χέρια μου τα χαρτιά του διαζυγίου. Ήξερα από μέρες τι έπρεπε να κάνω, αλλά το έσπρωχνα πίσω στο νου μου. «Έχεις κάνει ό,τι μπορούσες, Ελένη. Ήσουν αρκετή; Ήσουν καλή;». Λίγο πριν κλείσω οριστικά πίσω μου την πόρτα, κοιτάζω τον Μάρκο για τελευταία φορά. «Συγγνώμη», του ψιθυρίζω. Δεν ξέρω αν θα βρούμε ποτέ το δρόμο για τα όνειρα που λέγαμε στη Νέα Σμύρνη. Δεν ξέρω αν η αγάπη τελικά φτάνει όταν στριμώχνεται στους τέσσερις τοίχους.
Και σας ρωτάω, σαν μια γυναίκα που αγάπησε όσο μπόρεσε: Τι είναι τελικά πιο σημαντικό – η αγάπη, ή η αίσθηση ότι ανήκεις κάπου; Υπάρχουν δεύτερες ευκαιρίες μέσα στην ίδια ζωή;