«Η μικρή μου η Λέιλα με το φορεματάκι Gucci… Κι εγώ στο εδώλιο»: Είμαι στ’ αλήθεια κακή μάνα;

«Κατερίνα, ντρέπεσαι καθόλου;» Η φωνή της πεθεράς μου, της κυρά-Δέσπως, έσκισε την αυλή σαν μαχαίρι. Στάθηκα με τη Λέιλα αγκαλιά, το μικρό της χέρι να πιάνει το λουρί της τσάντας μου, και ένιωσα τα βλέμματα να με τρυπάνε—σαν να ήμουν εγώ το σκάνδαλο του πανηγυριού, όχι ένα παιδί τριών χρονών με ένα λευκό φορεματάκι και μια κορδέλα στα μαλλιά.

«Μάνα, μην αρχίζεις…» ψιθύρισε ο άντρας μου, ο Γιάννης, αλλά δεν με κοίταξε. Κοίταξε κάτω, στα χαλίκια, λες και εκεί θα έβρισκε λύση.

«Να μην αρχίσω;» έκανε εκείνη. «Όλο το χωριό μιλάει! Gucci λέει… και το παιδί το βάφτισες Λέιλα! Σαν να ντρεπόσουν το όνομά μας. Σαν να ήθελες να μας ξεπλύνεις!»

Η Λέιλα γύρισε και με κοίταξε με τα μεγάλα της μάτια. «Μαμά, γιατί φωνάζει η γιαγιά;»

Της χάιδεψα το μάγουλο και κατάπια τον κόμπο. «Δεν φωνάζει, αγάπη μου. Μιλάει δυνατά.» Μα μέσα μου… μέσα μου ήθελα να ουρλιάξω.

Γιατί κανείς δεν θυμόταν πώς ξεκίνησε όλο αυτό. Κανείς δεν θυμόταν ότι εγώ δεν γεννήθηκα με “Gucci” και “βιτρίνες”. Γεννήθηκα σε μια πολυκατοικία στην Πετρούπολη, με πατέρα οικοδόμο και μάνα καθαρίστρια. Μεγάλωσα με τα “δεν γίνεται τώρα”, “θα δούμε”, “μη ζητάς”. Θυμάμαι να κοιτάζω κρυφά τις βιτρίνες στην Ερμού και να σκέφτομαι ότι αν ποτέ κάνω παιδί, δεν θα νιώσει ποτέ αυτή την έλλειψη που ένιωθα εγώ—όχι μόνο στα πράγματα, αλλά στο βλέμμα των άλλων, εκείνο το “εσύ δεν ανήκεις εδώ”.

Όταν γνώρισα τον Γιάννη, γύρισα μαζί του στο χωριό του, λίγο έξω από τη Λαμία. Στην αρχή μου άρεσε η ησυχία. Η αυλή με τα γιασεμιά. Οι καλημέρες. Αλλά γρήγορα κατάλαβα πως εδώ η καλημέρα έχει όρους: να ντύνεσαι “σωστά”, να μιλάς “σωστά”, να μην ξεχωρίζεις.

Και εγώ… εγώ ξεχώρισα από την πρώτη μέρα.

Όταν έμεινα έγκυος, έκοψα βάρδιες, δούλευα από το κινητό για μια εταιρεία e-shop, έκανα νύχτες για να φτιάξω λίγη άκρη. Ο Γιάννης στο συνεργείο, μεροκάματο-μεροκάματο, και πάντα να φοβάται “μην πει κανείς”. Εγώ δεν φοβόμουν. Φοβόμουν άλλα: να μην λείψει κάτι από το παιδί μου, να μην το κοιτάξουν όπως με κοίταζαν εμένα.

Το όνομα… το όνομα ήταν η πρώτη φωτιά.

«Θα την πούμε Λέιλα», είπα μια μέρα, ήρεμα, σαν να έλεγα “θα πάρουμε ψωμί”.

Ο Γιάννης σήκωσε το κεφάλι. «Λέιλα; Και η μάνα μου; Και οι θείοι; Θέλουν Ελένη, θέλουν Μαρία, θέλουν να ανάβουν κερί σε μια αγία να ‘χουν να λένε.»

«Εγώ θέλω να την κοιτάζω και να νιώθω ότι δεν ανήκει σε κανέναν άλλον παρά σε εμάς», του απάντησα. «Και το Λέιλα το άκουσα μικρή σε ένα τραγούδι… μου έμεινε σαν υπόσχεση ότι θα ζήσω αλλιώς.»

Μου έριξε εκείνη τη ματιά τη μισή-καλοσύνη μισή-φόβος. «Θα μας φάνε ζωντανούς.»

«Ας προσπαθήσουν», είπα. Και το είπα με θάρρος… ή με αφέλεια.

Την ημέρα της βάφτισης, στην εκκλησία, ένιωσα τον παπά να κολλάει μια στιγμή στο “Λέιλα” λες και του έφυγε η συλλαβή από το στόμα. Η κυρά-Δέσπω έσφιγγε τα χείλη της τόσο που άσπρισαν. Μετά, στο τραπέζι, μια θεία πέταξε το δηλητήριο σαν αστείο:

«Ε, Κατερίνα, αφού την είπες Λέιλα, θα την στείλεις και σε ιδιωτικό από τώρα;»

Γέλασαν. Όχι όλοι. Αλλά αρκετοί για να πονέσει.

Κι εγώ, αντί να κλειστώ, πείσμωσα. Άρχισα να αγοράζω πράγματα “καλά”. Όχι γιατί είχα λεφτά για πέταμα—που δεν είχα—αλλά γιατί κάθε φορά που έβλεπα τη Λέιλα καθαρή, περιποιημένη, με ένα φόρεμα που της έπεφτε τέλεια, ένιωθα ότι της έβαζα πανοπλία. Ότι κανείς δεν θα τολμήσει να την πει “του συρμού”, “από ‘κεινες”, “ξένη”.

Μόνο που η πανοπλία έγινε στόχος.

Στο μίνι μάρκετ, η Βάσω, η γυναίκα του προέδρου, μου χαμογέλασε με εκείνο το χαμόγελο που είναι πιο κρύο κι από κατάψυξη. «Ωραίο το φορεματάκι… Πόσο πήγε;»

«Δώρο», είπα ψέματα. Γιατί δεν άντεχα να δώσω λογαριασμό. Γιατί δεν άντεχα να πω ότι το πήρα με δόσεις—ότι έκοψα από μένα για να το πάρω.

Το ίδιο βράδυ, ο Γιάννης γύρισε από το συνεργείο σκυθρωπός.

«Με ρώτησε ο Σπύρος αν “τα βγάζουμε” ή αν… τα κάνεις όλα αυτά για να φαίνεσαι», είπε.

«Και τι απάντησες;»

Σήκωσε τους ώμους. «Τι να απαντήσω; Ότι η γυναίκα μου αγοράζει μάρκες και το παίζει κυρία;»

Ένιωσα κάτι να σπάει.

«Δηλαδή αυτό πιστεύεις;» τον ρώτησα.

Σιώπησε. Κι εκεί, στη σιωπή του, άκουσα όλο το χωριό να χειροκροτεί.

Την Κυριακή του πανηγυριού ήρθε η κορύφωση. Η Λέιλα είχε φορέσει το φορεματάκι—ναι, εκείνο που έγραφε μέσα “Gucci”, που το είχα βρει μεταχειρισμένο από μια κοπέλα στην Αθήνα και το πλήρωνα ακόμα. Ήθελα να είναι όμορφη. Να χορέψει. Να γελάσει.

Αλλά πριν προλάβει να πιάσει το σουβλάκι, άκουσα πίσω μου:

«Τη ντύνεις σαν βιτρίνα, Κατερίνα. Και μετά θα κλαις όταν μεγαλώσει και θέλει κι άλλα.»

Ήταν η αδερφή του Γιάννη, η Μαριάννα. Πάντα με το “εγώ ξέρω”, πάντα με εκείνη τη σιγουριά του ανθρώπου που δεν ρισκάρει ποτέ.

«Κι εσύ τι θες; Να τη ντύνω με ό,τι βρω για να μη σε πονέσει το μάτι;» της απάντησα.

«Όχι. Θέλω να τη μάθεις να είναι παιδί, όχι… διαφήμιση», είπε και κοίταξε τη Λέιλα λες και ήταν φταίχτης.

Η Λέιλα, σαν να κατάλαβε, τράβηξε το φορεματάκι της προς τα κάτω. «Μαμά… είναι άσχημο;»

Εκεί με χτύπησε. Όχι τα λόγια τους. Το βλέμμα της.

Τότε μπήκε στη μέση η κυρά-Δέσπω, με το δάχτυλο σηκωμένο. «Σου τα ‘λεγα. Δεν είναι αυτά για εδώ. Θα στο γυρίσει πίσω το παιδί. Θα σε σιχαθεί. Γιατί έτσι είναι οι μάνες που… που το παρακάνουν!»

Γύρω μας, κύκλος. Ανάσες. Ψίθυροι. Κι εγώ, για πρώτη φορά στη ζωή μου, δεν ήξερα αν πρέπει να πολεμήσω ή να απολογηθώ.

Ο Γιάννης, επιτέλους, σήκωσε το κεφάλι. «Φτάνει», είπε χαμηλά. «Φτάνει όλοι. Η Λέιλα είναι παιδί. Δεν είναι η αρένα σας.»

Η μάνα του τον κάρφωσε. «Κι εσύ θα πάρεις το μέρος της;»

«Θα πάρω το μέρος της κόρης μου», είπε. Και μετά γύρισε σε μένα. «Κατερίνα… ίσως… ίσως να το κάνουμε αλλιώς. Όχι για τους άλλους. Για να μην κουβαλάει η μικρή το βάρος μας.»

Τα μάτια μου γέμισαν. Γιατί εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν είχα ντύσει μόνο τη Λέιλα. Είχα ντύσει την δική μου πληγή. Είχα προσπαθήσει να σβήσω τη δική μου ντροπή με ύφασμα, με ετικέτες, με “κοίτα με”.

Το ίδιο βράδυ, στο σπίτι, έβγαλα το φορεματάκι προσεκτικά και το κρέμασα. Η Λέιλα καθόταν στο κρεβάτι της με την πιτζάμα της, ατημέλητη, όμορφη όπως μόνο τα παιδιά είναι όταν δεν τα κοιτάει κανείς.

«Μαμά, να μην το ξαναβάλω;» ρώτησε.

Κάθισα δίπλα της. «Θα το βάλεις όταν το θες εσύ. Όχι όταν το θέλω εγώ. Και όχι όταν το φοβούνται οι άλλοι.»

Με κοίταξε σοβαρή, σαν μικρή γυναίκα. «Εγώ θέλω να με αγαπάς.»

«Σε αγαπάω», της είπα και λύγισα. «Πιο πολύ απ’ όλα.»

Αλλά μέσα μου μια φωνή ψιθύριζε: και αν η αγάπη μου, έτσι όπως την έμαθα, την πνίγει αντί να την μεγαλώνει;

Τώρα, κάθε φορά που περνάω από την πλατεία, ακούω ακόμα ψιθύρους. “Η Κατερίνα με το ξένο όνομα”, “η Κατερίνα με τα μάρκες”. Κι άλλοτε θυμώνω, άλλοτε γελάω πικρά. Γιατί κανείς τους δεν είδε τις νύχτες που μέτρησα κέρματα. Κανείς τους δεν είδε τον φόβο μου μήπως η κόρη μου μεγαλώσει και νιώσει “λίγη”.

Κι όμως… η Λέιλα δεν μου ζήτησε ποτέ να είναι “πολύ”. Μου ζήτησε μόνο να είμαι εκεί.

Αν είσαι μάνα ή πατέρας, πες μου ειλικρινά: πού τελειώνει η φροντίδα και πού αρχίζει η δική μας ανάγκη να γιατρέψουμε τον εαυτό μας μέσα από τα παιδιά μας;
Εγώ ακόμα το ψάχνω… κι απόψε φοβάμαι μήπως η απάντηση είναι πιο δύσκολη απ’ όσο αντέχω.