Ανάμεσα σε δύο γυναίκες: Ο άντρας μου, η πεθερά μου κι εγώ – Μια αγάπη στα όρια
«Μάριε, τι ώρα γύρισες σήμερα από τη δουλειά;» Η φωνή μου ακούγεται σπασμένη ακόμη και στα δικά μου αυτιά, μα στριμώχνω το θυμό μου πίσω από ένα ψεύτικο χαμόγελο. Είμαι εγώ, η Ελένη. Και να’μαι, άλλο ένα βράδυ στο μικρό μας διαμέρισμα στην Καλλιθέα, να ετοιμάζω τραπέζι για δύο και το στομάχι μου να δένεται κόμπος όταν τον ακούω να μπαινοβγαίνει σιωπηλός στο σαλόνι.
Χθες, καθώς επέστρεφε, τον είχα ρωτήσει πού πήγε μετά τη δουλειά. Μου απάντησε βιαστικά, κρύβοντας ένα σχεδόν αόρατο χαμόγελο: «Είχα πολλή δουλειά, έμεινα λίγο παραπάνω». Δεν ήταν όμως η πρώτη φορά που έδινε τέτοιες απαντήσεις. Η καρδιά μου το ένιωσε πρώτη ότι κάτι έχει αρχίσει να λείπει. Μια μέρα, ξέχασα το κινητό μου στο σπίτι. Όταν επέστρεψα για να το πάρω, τον είδα έξω από το σπίτι της μητέρας του, με το φαγητό της στα χέρια. Το γέλιο τους ακούστηκε μέσα από το ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας. Κουβαλούσε εκείνη τη ζεστασιά που, παλιά, ένιωθα μόνο ανάμεσά μας.
Το επόμενο απόγευμα το έπαιξα ήρεμη, ψάχνοντας με πανικό να καταλάβω τι έκανα λάθος. Έπιασα το κινητό μου, κατέβασα τα μηνύματα που αντάλλαζε μαζί της: «Μάριε, σου έφτιαξα τα αγαπημένα σου γεμιστά. Έλα να τα φας ζεστά – η Ελένη δε θα είναι σπίτι, δε θα ενοχληθούμε.» Η καρδιά μου βούλιαξε. Γιατί, Θεέ μου, να χρειάζεται να μη «ενοχληθεί» με την παρουσία μου;
Για εβδομάδες σύρθηκα ανάμεσα στα δικά μου ερωτηματικά. Μου μαρτυρούσε κάθε μικρή λεπτομέρεια, ένας καμένος καφές, ένα ξεχασμένο χαμόγελο, ένα πιάτο φαΐ που άφηνε ανέγγιχτο στο τραπέζι μου για να το φάει, αργότερα, με τη μάνα του. Το σπίτι άρχισε να μυρίζει αποστάσεις, όχι γεύμα σπιτικό. Κι εγώ; Ζαγάριασα. Ξαφνικά έγινα η ξένη, η κακή πεθερά πριν την ώρα μου. Έμεινα μόνη μου μαγειρεύοντας και σκουπίζοντας, ελπίζοντας πως αν το σπίτι ήταν πιο καθαρό, αν το φαγητό ήταν καλύτερο, αν το χαμόγελό μου πιο αληθινό, ίσως αγαπήσει πάλι ότι αφήσαμε πίσω.
Ένα βράδυ, δεν άντεξα. Περίμενα να κοιμηθεί, κι έβγαλα με προσοχή το κινητό του απ’ το κομοδίνο. Έτρεμα – για πράγματα ανείπωτα. Πάλι τα ίδια μηνύματα. Μόνο που τούτη τη φορά η μάνα του έγραφε: «Δεν ξέρει να μαγειρεύει σαν και μένα, αγόρι μου. Τα δικά της πάντα βγαίνουν στεγνά. Θυμάσαι; Έλα αύριο να σου κάνω και κοκκινιστό.» Θάρρος ή αλήθεια: Έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται αν στα αλήθεια δεν μαγειρεύω καλά ή αν απλώς της μοιάζω εχθρός. Διαολεμένη σκέψη, όταν ο άντρας σου μένει σε μια μόνιμη διαδρομή ανάμεσα σε δύο σπίτια και δύο γυναίκες που καμία δεν θέλει να χάσει.
Τις Κυριακές, πια, πίναμε καφέ μαζί στη μεγάλη αυλή της πεθεράς, όλοι μαζί – κι εγώ παιζόμουν ανάμεσα σε εκνευρισμένα βλέμματα και κακεντρεχή σχόλια για το καίει η σάλτσα μου ή πόσο συχνά φεύγει ο Μάριος από το σπίτι μας «λες και κυνηγάει την τύχη του αλλού». Δεν μιλούσα. Δεν άντεχα να πω κάτι, γιατί το μόνο που ήξερα ήταν ότι κάθε κουβέντα μου θα γινόταν αφορμή για φταίξιμο. Ο γάμος μας είχε γίνει θέαμα, ένα άγριο παιχνίδι ρόλων που κανείς δεν ήθελε να τελειώσει και κανείς δεν το απολάμβανε πια.
Μια μέρα, επιστρέφοντας από τη δουλειά, βρήκα στο τραπέζι ένα πιάτο άθικτο. Δίπλα, ένα σημείωμα: «Μη με περιμένεις σήμερα, θα φάω στη μαμά.» Πνίγηκα μες τα δάκρυά μου. Άρχισα να γεμίζω τα σκουπίδια με φαγητά που προετοίμαζα ώρες, απλώς για να βλέπω τον εαυτό μου να χάνει σιγά σιγά τη μάχη. Πότε ακριβώς έγινε η πεθερά μου το τρίτο πρόσωπο στον γάμο μας; Είχε δίκιο εκείνη που μου έλεγε συχνά «Η μάνα μένει για πάντα»; Δεν υπήρξε στιγμή που δεν ζήλεψα εκείνη τη φροντίδα, τη θαλπωρή που του έδινε… ακόμα κι αν ζούσα ρόλο δεύτερου.
Μέρες ολόκληρες προσπαθούσα να του μιλήσω. Όταν το τόλμησα, χίμηξε: «Ελένη, μη μου κάνεις σκηνές. Η μαμά είναι μόνη της τώρα. Είναι εγκλωβισμένη σ’ αυτό το σπίτι, όλη της η ζωή ήμουν εγώ! Αν δεν τα καταλαβαίνεις αυτά, τότε δε με ξέρεις…» Πόνεσα. Γιατί κι εγώ ήθελα κάποιον να με σώσει από τη μοναξιά μου, από την αβεβαιότητα που μαστίγωνε τα βράδια μου – μόνο που δεν ήθελα να είμαι βάρος. Ήθελα να είμαι επιλογή.
Κι όπως το σπίτι μας γέμιζε σκιές, άρχισαν και τα μαχαιρώματα από τους γύρω. «Γιατί δεν κάνετε εσείς δικά σας παιδιά; Να δεις τότε αν θα τρέχει στη μαμά!» μου πέταγε ο θείος του από την άλλη μεριά του τραπεζιού κάθε γιορτή και πανηγύρι. Έσφιγγα τα δόντια. Δεν ήθελα να τους εξηγήσω πως παλεύαμε ήδη, πως ο δικός μας πόλεμος δεν είχε όπλα ή φωνές. Ήταν σιωπηλός, επίμονος, ύπουλος. Μια Κυριακή, μπροστά σε όλους, η πεθερά χτύπησε το χέρι της στο τραπέζι. «Εγώ μεγάλωσα το παιδί μου με θυσίες. Δε θα αφήσω καμία να τον κάνει να ξεχάσει ποιος είναι!» Με πάγωσε. Έτρεξα στην αυλή σε δάκρυα που δεν μπορούσα άλλο να κρύψω. Ο Μάριος ακολούθησε. «Σταμάτα πια αυτή τη ζήλια. Μας καταστρέφεις όλους!», φώναξε κι ύστερα χάθηκε πάλι μέσα.
Μέρες ολόκληρες δεν μου έλεγε ούτε καλημέρα. Κλείστηκε στον εαυτό του, έμενε περισσότερο στη μάνα του κι εγώ έχασα και το παραμικρό «καληνύχτα». Η μαμά μου όταν της τα είπα, μου ψιθύρισε «Ελένη μου, στα ελληνικά σπίτια πάντα μάνα και σύζυγος διαγωνίζονται. Το ζήτημα είναι μέχρι πού αντέχεις. Θέλεις να είσαι ευτυχισμένη ή να βγεις νικήτρια;» Μα ούτε ήξερα πια τι σημαίνει αυτό. Οι φίλες μου γελούσαν όταν τους τα έλεγα. «Πας να τα βάλεις με Ελληνίδα μάνα; Σαν να παλεύεις με θάλασσα, σε τραβάει όπου θέλει εκείνη και πνίγεσαι πριν το καταλάβεις…»
Ένα βράδυ, έσπασε η θύελλα. «Μάριε, πες μου – ανάμεσα στη μάνα σου και σε μένα, ποια διαλέγεις; Ποια θέλεις να αγαπάς χωρίς να διαλέγεις στρατόπεδο κάθε μέρα;» Δεν απάντησε. Με κοίταξε αμήχανα, χαμήλωσε το βλέμμα κι έφυγε. Κι εγώ έμεινα μόνη να μαζεύω θρύψαλα, γεμάτα σιωπή, εκεί που κάποτε ήταν η ζωή μας μαζί.
Έκανα βήματα μακριά από το σπίτι της πεθεράς. Δεν της μίλησα για καιρό. Δεν ήθελα πια να αποδείξω τίποτα. Άρχισα να βγαίνω βόλτες στους δρόμους της Καλλιθέας, να γνωρίζω ξανά τον εαυτό μου ανάμεσα σε χαμόγελα ξένων, σε φιλικά πρόσωπα που ρωτούσαν γιατί δεν γελάω συχνά πια. Από εκείνη τη μέρα, έμαθα πως η ευτυχία δεν έρχεται αν κυνηγάς την έγκριση. Όταν σταμάτησα να σκέφτομαι πως ο Μάριος ήταν «η ζωή μου», κατάλαβα πως είχα πολύ μεγαλύτερη αξία απ’ όσο με είχαν πείσει.
Σήμερα, η σχέση μας είναι μια διαδρομή γεμάτη ερωτήσεις. Άλλοτε πλησιάζουμε, άλλοτε απομακρυνόμαστε. Η πεθερά διατηρεί πάντα το θρόνο της, αλλά εγώ δεν της παραχωρώ πια τη δική μου ζωή. Στέκομαι στα πόδια μου, μαθαίνω να μην αφήνω τη ζήλια να γράφει την ιστορία μου, και συνεχίζω να ρωτώ τον εαυτό μου – εσάς όλους εδώ – μέχρι πού μπορεί να φτάσει μια γυναίκα για να σώσει τον γάμο της; Και, τελικά, τι αξίζει να σώσεις στ’ αλήθεια;
Πόσες φορές αντέξατε να πληγώνεστε πριν βάλετε πρώτα τον εαυτό σας;