Κάθε Μέρα Φαγητό για τον Πέτρο: Ως Πότε Άραγε;

«Γιατί πάλι αυτό; Σου το είπα δεκάδες φορές, Ζωζάννα! Μακαρόνια έφτιαξες χτες το βράδυ! Πες μου, πώς να τα φάω ξανά σήμερα;»

Η φωνή του Πέτρου ξεσήκωσε για άλλη μια φορά το μικρό μας διαμέρισμα στο Παγκράτι. Τα χέρια μου, τρέμοντας, κράτησαν το πιάτο που του έφερνα, προσπαθώντας να μην αφήσω να φανεί στην έκφρασή μου ότι κάτι μέσα μου έσπαγε πάλι. Τα μακαρόνια ζεμάτιζαν ακόμα, γιατί ήξερα πως αν ήταν κρύα θα άκουγα τα ίδια και χειρότερα. Και όμως…

«Πέτρο, μόλις τα έφτιαξα», ψιθύρισα. «Τα ήθελες με κιμά, έτσι; Ακόμα και σαλάτα σου έκοψα τώρα. Δεν έχουμε τίποτα άλλο στο σπίτι.»

Με κοίταξε μ’ εκείνο το απαιτητικό, σχεδόν προσβλητικό του ύφος, που μου θύμιζε τον πατέρα του, τον κύριο Μανώλη, κάθε φορά που δεν του άρεσε η γεύση της σούπας. «Τι πάει να πει δεν έχουμε άλλο; Κάνε κάτι… υπήρχε κοτόπουλο. Μπορούσες να το κάνεις έναν ταβά, κάτι πιο διαφορετικό», μου γρύλισε και σηκώθηκε νευριασμένος από το τραπέζι, αφήνοντας το πιάτο άθικτο.

Ένιωσα τη σκιά αυτών των λέξεων να με πνίγει. Πόση ώρα είχα περάσει σήμερα στα πόδια μου, να καθαρίζω, να ψάχνω συνταγές παλιές και καινούριες, να θυμάμαι τι του αρέσει και τι όχι; Είχα ξεχάσει να φάω εγώ. Ποια ήμουν εγώ; Την ήξερα άραγε ακόμη;

Η Μαρία, η κόρη μας, ήρθε κουβαλώντας το κινητό της γεμάτη ανυπομονησία. «Μαμά, μπορείς να μου δώσεις 5 ευρώ για το φροντιστήριο;» «Περίμενε, αγάπη μου, λίγο…» πήγα να της πω, όταν ακούστηκε ξανά η φωνή του Πέτρου από το σαλόνι: «Ζωζάννα, μην ξεχάσεις να πάρεις αύριο φρέσκο ψωμί. Και κάτι άλλο να μαγειρέψεις! Βαρέθηκα τα ίδια και τα ίδια.»

Ένα άδειο βλέμμα έπεσε σε μένα στον καθρέφτη που καθάριζα το νεροχύτη. Στη ρίζα των μαλλιών μου θα φαινόταν γκρι αν δεν το βάφα συχνά – άλλη μια προσπάθεια να κρατήσω ζωντανή μια κομμάτι της γυναίκας που ήμουν λίγο παλιά, πριν γίνω «η κυρά του σπιτιού».

Το τηλέφωνο χτύπησε. Η μάνα μου. Πάντα η πρώτη φωνή όταν όλα στένευαν. «Τι κάνεις, κορίτσι μου;» Ρούφηξα ένα δάκρυ προτού βγω απ’ το αυτόματο. «Καλά, μωρέ μάνα… Ο Πέτρος, ξέρεις, πάλι τα δικά του.»

«Αχ παιδάκι μου, άντρες… Θέλουν το φαγητό τους ζεστό και φρέσκο. Έτσι μεγάλωσαν κι εκείνοι. Σε θυμάμαι μικρή που έτρωγες και το χτεσινό με χαρά. Θα περάσει, θάρρος! Θα έρθουνε καλύτερες μέρες.»

Καλύτερες μέρες. Πόσα χρόνια το άκουγα αυτό; Πότε, όμως, θα έρθουν; Οι μέρες είχαν γίνει ίδιες, οι ώρες κυλούσαν πάνω απ’ το καυτό νερό της κατσαρόλας και το πανί που σκούπιζα τα μάτια μου δήθεν για τον αχνό από τα βραστά φασόλια.

Βγήκα στο μπαλκόνι, λίγη ανάσα κάτω από τον αθηναϊκό ήλιο, να βλέπω τα παιδιά της γειτονιάς να παίζουν μπάλα. Οι μυρωδιές απ’ τα σπίτια μπλέκονταν – κοτόπουλο απ’ το ένα, μπριάμ απ’ το άλλο.

Η κυρα-Λίτσα απ’ απέναντι φώναξε «Ζωζάννα, έλα να πιούμε έναν ελληνικό!» Τα ποτήρια μας γέμισαν με παράπονα. Εκείνη μου είπε για τον δικό της, που αφού βγήκε στη σύνταξη, δεν σηκώνει πια ούτε το πιάτο του απ’ το τραπέζι. «Τι κάναμε λάθος, μωρέ Ζωζάννα; Γιατί κάθε μέρα το ίδιο; Τι ζητάνε από εμάς;»

Κι εκεί κατάλαβα πως δεν ήμουν η μόνη. Άπειρες Ζωζάννες, άπειρες Λίτσες, όλες παλεύαμε μέσα στην κουζίνα και μέσα στη σιωπή, για ένα ευχαριστώ που περνάει αμίλητο και μια χαρά που τρώει ξανά τ’ απομεινάρια της.

Το βράδυ, ξαπλωμένη δίπλα από τον Πέτρο που ροχάλιζε, σκεφτόμουν τη ζωή μου σαν μια μεγάλη κατσαρόλα που δούλευε ασταμάτητα. Εγώ, που ήθελα να ζωγραφίσω, να ταξιδέψω, να γράψω ποιήματα, βρέθηκα να κάνω λίστες για το σουπερμάρκετ και να αποφεύγω τις γκρίνιες του άντρα μου, μόνο και μόνο για να μη σκάσουν οι τοίχοι από φωνές μπροστά στη Μαρία.

Κι όμως ήρθε μια μέρα που κάτι άλλαξε βαθιά μέσα μου. Ήταν το απόγευμα που τον βρήκα να πίνει καφέ μπροστά στην τηλεόραση, δίπλα το πιάτο που δεν είχε αγγίξει. «Πέτρο», του είπα — πρώτη φορά ύστερα από χρόνια χωρίς τρεμούλα στη φωνή, «αύριο δεν θα μαγειρέψω. Ούτε μεθαύριο. Δεν έχω δυνάμεις πια. Δεν είμαι μηχανή! Ως εδώ!»

Με κοίταξε απορημένος, λες και είχα σκοτεινιάσει τον ήλιο. Για λίγο φοβήθηκα, αλλά μετά ήρθε ένα γέλιο – πνιγμένο, ψιθυριστό, πιο πολύ νευρικότητα παρά χαρά: «Κι εγώ τι θα φάω, Ζωζάννα;»

«Θα βρεις τρόπο. Όπως βρίσκουμε όλες μας. Μια φορά να σηκώσεις κι εσύ το τηγάνι. Να μάθεις τι θα πει πείνα, πείσμα, κούραση και προσμονή.»

Σιωπή. Ούτε σαλάτα, ούτε γκρίνια. Μόνο εκείνο το βλέμμα –σαστισμένο μα σαν να αναγνώρισε κάτι σπασμένο μέσα μου.

Η Μαρία μου χαμογέλασε από την πόρτα. Ξέρω ότι κατάλαβε. Ξέρω πως ήθελε να δει τη μάνα της όρθια, όχι σκιά στη σκιά της. «Μπράβο μαμά,» ψιθύρισε γλυκά, και με φίλησε στο μέτωπο.

Έκλεισα τα μάτια και σκέφτηκα πως κάπου στο βάθος του μυαλού μου είχα κρατήσει ένα μικρό σπόρο αυτοσεβασμού, που ήρθε, ύστερα από χρόνια, να βλαστήσει διστακτικά.

Ίσως είναι τώρα η ώρα να ζήσω λίγο για μένα. Ίσως έτσι με καταλάβουν οι γύρω μου. Τι λέτε, άραγε αξίζει να πατήσουμε πόδι, να σπάσουμε τη ρουτίνα και να μιλήσουμε γι’ αυτά που κρύβουμε τόσα χρόνια μέσα μας; Πότε καταλαβαίνει κανείς πως ήρθε η ώρα για την αλλαγή;