«Δεν είμαι ούτε κόρη της ούτε αποκλειστική»: Πήγα να βοηθήσω τη γειτόνισσα από ανθρωπιά και βρέθηκα να κουβαλάω μόνη μου όλο το βάρος
«Αν δεν θες να βοηθήσεις, πες το καθαρά, μην μας κάνεις και μάθημα», μου είπε η κόρη της γειτόνισσας στην είσοδο της πολυκατοικίας, μπροστά και σε άλλους. Κι εκεί κάπου κατάλαβα ότι είχα αφήσει την κατάσταση να ξεφύγει πολύ περισσότερο απ’ όσο νόμιζα.
Μένω σε παλιά πολυκατοικία σε συνοικία της Αθήνας και δίπλα μου μένει μια ηλικιωμένη κυρία, η κυρία Νοβάκ. Είναι χρόνια εδώ, ήσυχη γυναίκα, μόνη της τις περισσότερες ώρες. Η κόρη της μένει σε άλλη περιοχή, όχι και στην άλλη άκρη του κόσμου δηλαδή, αλλά δεν ερχόταν συχνά. Στην αρχή δεν με αφορούσε. Ένα «μπορείς να της πάρεις ένα ψωμί από τον φούρνο;», ένα «αν ακούσεις το κουδούνι, άνοιξέ της γιατί περιμένει το φαρμακείο», τέτοια πράγματα.
Κι εγώ έλεγα ναι. Γιατί άνθρωπος είμαι. Και επειδή έχω κι εγώ μάνα μεγάλη στην επαρχία και πάντα σκέφτομαι πώς θα ήθελα να της φερθούν αν χρειαστεί κάτι.
Το θέμα είναι ότι από το «ένα ψωμί» φτάσαμε στο να της πηγαίνω σούπερ μάρκετ, να της γράφω σε χαρτί τι φάρμακα τελείωσαν για να τα πάρει η κόρη της, να περιμένω μαζί της το ΕΚΑΒ ένα βράδυ που έπεσε η πίεσή της, να της βάζω πλυντήριο γιατί «δεν προλαβαίνει το παιδί». Μου χτυπούσε το κουδούνι πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Μερικές φορές και τηλέφωνο, επειδή της είχα δώσει τον αριθμό μου για ώρα ανάγκης. Μεγάλο λάθος.
Δουλεύω κι εγώ. Όχι σε γραφείο με σταθερό ωράριο. Κάνω βάρδιες σε κατάστημα και πολλές φορές δουλεύω και Σάββατο. Είχα φτάσει να σχολάω κουρασμένη και να ανεβαίνω σπίτι μου με άγχος, μην τυχόν με περιμένει πάλι κάτι δίπλα. Ο άντρας μου στην αρχή έλεγε «βοήθα όσο μπορείς». Μετά άρχισε να εκνευρίζεται. «Δεν γίνεται να κανονίζουμε τη ζωή μας με βάση τη γειτόνισσα», μου είπε. Και είχε δίκιο, αλλά τότε μου φαινόταν σκληρό.
Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ έφταιξα. Δεν έβαλα όριο από την αρχή. Κάθε φορά που έλεγα «αυτή είναι η τελευταία», αν τύχαινε κάτι και την έβλεπα ταλαιπωρημένη, μαλάκωνα. Και ίσως, χωρίς να το καταλάβω, με βόλευε και λίγο να νιώθω χρήσιμη. Μέχρι που άρχισα να πνίγομαι.
Η κόρη της ερχόταν συνήθως βιαστική, με σακούλες, με νεύρα, με το κινητό στο αυτί. Μια-δυο φορές προσπάθησα να της πω ήρεμα: «Κοίτα, εγώ βοηθάω όσο μπορώ, αλλά δεν μπορώ να είμαι διαθέσιμη συνέχεια». Μου απαντούσε «το ξέρω, απλά είμαι μόνη μου κι έχω και παιδιά και δουλειά». Το καταλάβαινα. Δεν είπα ποτέ ότι είναι εύκολο. Αλλά στην πράξη πάλι πάνω μου έπεφταν όλα τα μικρά και τα επείγοντα.
Το χειρότερο έγινε πριν από λίγες εβδομάδες. Είχα πρωινή βάρδια και με παίρνει η κυρία Νοβάκ στις 7:10. «Δεν μπορώ να σηκωθώ από το κρεβάτι». Της λέω ότι φεύγω για δουλειά και να πάρει την κόρη της. Μου λέει ότι δεν απαντάει. Ανεβαίνω για πέντε λεπτά, έτσι είπα, και τελικά έμεινα σαράντα. Της έφερα νερό, βρήκα τα χάπια της, πήρα εγώ την κόρη της, πήρα και τον οικογενειακό γιατρό που είχαν από το κέντρο υγείας παλιότερα, γενικά έγινε χαμός. Έφτασα αργοπορημένη στη δουλειά και ο υπεύθυνος μού την είπε κανονικά. Δεν μπορούσα καν να του εξηγήσω χωρίς να φαίνομαι σαν να λέω δικαιολογίες.
Το ίδιο βράδυ είπα στον άντρα μου «ως εδώ». Αλλά και πάλι δεν έκανα τίποτα.
Μετά ήρθε η στιγμή που με αποτελείωσε. Ήμουν σπίτι με τον γιο μου, που δεν ήταν καλά, είχε πυρετό. Χτυπάει η πόρτα. Η κυρία Νοβάκ ήθελε να της κατεβάσω σκουπίδια και να της πάρω γιαούρτια από το μίνι μάρκετ. Της είπα ευγενικά ότι δεν μπορώ εκείνη τη στιγμή, έχω το παιδί. Με κοίταξε και μου λέει: «Καλά, η κόρη μου λείπει, εσένα έχω». Εκεί κάπως θόλωσα. Της απάντησα πιο απότομα απ’ όσο έπρεπε: «Όχι, δεν με έχετε. Είμαι γειτόνισσα, όχι συγγενής, ούτε νοσοκόμα».
Άρχισε να κλαίει. Εγώ ένιωσα χάλια, αλλά ήμουν κι εξαντλημένη. Μετά από μία ώρα ήρθε η κόρη της και μου χτύπησε την πόρτα εκνευρισμένη. Μου είπε ότι στενοχώρησα τη μητέρα της, ότι «λίγη κατανόηση δεν βλάπτει» και ότι τόσον καιρό μια χαρά βοηθούσα. Τότε της είπα κι εγώ πράγματα που κρατούσα μέσα μου καιρό.
«Μια χαρά βοηθούσα γιατί το αφήσατε να γίνει δεδομένο. Δεν γίνεται να με παίρνει κάθε μέρα για τα πάντα. Έχω δουλειά, σπίτι, παιδί. Αν η κατάσταση της μητέρας σου έχει φτάσει έτσι, χρειάζεται λύση κανονική. Βοήθεια στο σπίτι από τον δήμο, κάποια γυναίκα να πηγαίνει, κάτι. Όχι εγώ στον αέρα».
Εκεί πέταξε το γνωστό: «Εύκολο είναι να μιλάς όταν δεν είναι δική σου μάνα». Και είχε ένα δίκιο, γιατί όντως δεν κουβαλάω εγώ τη δική της ενοχή, την κούραση, τα οικονομικά. Αλλά κι εγώ δεν μπορούσα άλλο να πληρώνω με τον χρόνο, την ενέργεια και τη δουλειά μου μια κατάσταση που δεν ήταν δική μου ευθύνη.
Της είπα καθαρά ότι από εδώ και πέρα θα βοηθήσω μόνο αν υπάρχει πραγματική έκτακτη ανάγκη, δηλαδή να καλέσω ασθενοφόρο ή να ανοίξω στους διασώστες αν χρειαστεί. Όχι ψώνια, όχι φάρμακα, όχι δουλειές στο σπίτι, όχι τηλέφωνα κάθε μέρα. Θύμωσε πολύ. Μου είπε ότι «σε τέτοιες στιγμές φαίνονται οι άνθρωποι». Δεν απάντησα.
Τις επόμενες μέρες είχε παγώσει η ατμόσφαιρα στην πολυκατοικία. Εγώ ένιωθα και ανακούφιση και ενοχές μαζί. Άκουγα το κουδούνι και πεταγόμουν. Αλλά κράτησα αυτό που είπα. Η κόρη της τελικά μίλησε με κοινωνική υπηρεσία του δήμου, έβαλαν κάποιες ώρες βοήθεια στο σπίτι και, απ’ όσο ξέρω, συνεννοήθηκαν και με μια άλλη κυρία από τη γειτονιά επί πληρωμή για κάποια βασικά. Δεν είναι τέλειο, αλλά τουλάχιστον δεν στηρίζεται πια όλο σε έναν άνθρωπο που είπε ένα πρώτο «ναι» από ευγένεια.
Η κυρία Νοβάκ ακόμα μου μιλάει κάπως παγωμένα. Κι εγώ όταν τη βλέπω, νιώθω κόμπο. Δεν την αντιπαθώ, ούτε πιστεύω ότι είναι κακή. Νομίζω φοβήθηκε ότι την αφήνουν όλοι. Και η κόρη της επίσης μάλλον είχε φτάσει στα όριά της και το έριχνε όπου έβρισκε χώρο. Απλά εγώ έγινα αυτός ο χώρος επειδή δεν μίλησα νωρίς.
Ακόμα αναρωτιέμαι αν έπρεπε να το είχα χειριστεί πιο ήρεμα ή αν απλώς, άμα δεν κόψεις απότομα, δεν καταλαβαίνει κανείς τίποτα. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα συνεχίζατε να βοηθάτε ή τα όρια έπρεπε να μπουν νωρίτερα;