«Η πεθερά μου ήθελε να μείνουμε για πάντα στο σπίτι της — κι εγώ έφυγα μόνη μου στο παλιό σπίτι των παππούδων μου»
«Αν φύγεις από αυτό το σπίτι, να ξέρεις ότι διαλύεις την οικογένειά σου», μου είπε η πεθερά μου στην κουζίνα, μπροστά στον άντρα μου, κι εκείνος το μόνο που βρήκε να πει ήταν «μην το κάνουμε τώρα θέμα». Εκεί νομίζω πως κάτι έσπασε μέσα μου.
Μέναμε μαζί τους σχεδόν τρία χρόνια. Στην αρχή το είχα δεχτεί. Λίγο τα οικονομικά, λίγο ότι ο άντρας μου έλεγε «να σταθούμε λίγο στα πόδια μας», λίγο ότι η πεθερά μου είχε αρχίσει τα γνωστά «εγώ σας ανοίγω το σπίτι μου». Και να πω την αλήθεια, με βόλευε κι εμένα στην αρχή. Δουλεύω σε φαρμακείο, εκείνος σε αποθήκη σούπερ μάρκετ, οι μισθοί έτσι κι αλλιώς δεν φτάνουν εύκολα για ενοίκια, ρεύματα, κοινόχρηστα και όλα τα υπόλοιπα.
Απλώς αυτό το «λίγο» έγινε κανονικότητα. Και στο σπίτι της πεθεράς μου τίποτα δεν ήταν πραγματικά δικό μας. Ούτε το πότε θα φάμε, ούτε το τι θα μαγειρέψω, ούτε αν θα καλέσω μια φίλη για καφέ. Μέχρι και για τα σεντόνια έλεγε. «Αυτά μπαίνουν τις Κυριακές», «το πλυντήριο έτσι δουλεύει», «μην αφήνετε ανοιχτό το θερμοσίφωνο». Μικρά πράγματα θα πει κάποιος. Ναι, αλλά κάθε μέρα, όλη μέρα, γίνονται βουνό.
Ο άντρας μου έλεγε συνέχεια «έτσι είναι η μάνα μου, μην της δίνεις σημασία». Μόνο που σημασία της έδινε ο ίδιος. Αν εκείνη έλεγε να μην πάμε κάπου, δεν πηγαίναμε. Αν έλεγε ότι είναι πεταμένα λεφτά να νοικιάσουμε σπίτι, το συζητούσαμε λες και ήταν οικονομοτεχνική μελέτη. Αν έλεγα εγώ κάτι, η απάντηση ήταν «καλά τα λες, αλλά να δούμε και πρακτικά τι γίνεται».
Εγώ όμως είχα στο μυαλό μου άλλο πράγμα. Το παλιό σπίτι των παππούδων μου σε ένα χωριό έξω από τη Λαμία. Κλειστό χρόνια, ναι. Με υγρασίες, παλιά κουφώματα, μια αυλή παρατημένη. Αλλά δικό μας. Ή τέλος πάντων, της οικογένειάς μου. Είχα μερίδιο από κληρονομιά μαζί με τον αδερφό μου, και το συζητούσαμε καιρό να το φτιάξουμε λίγο, όχι τέλειο, να κατοικείται. Εγώ το έβλεπα σαν αρχή. Ο άντρας μου το έβλεπε σαν ταλαιπωρία.
«Θα ρίξουμε λεφτά σε βαρέλι χωρίς πάτο», μου είπε ένα βράδυ.
«Και εδώ τι κάνουμε; Ζούμε σαν φιλοξενούμενοι, ενώ είμαστε παντρεμένοι άνθρωποι», του απάντησα.
Η πεθερά μου πετάχτηκε από το σαλόνι, γιατί φυσικά άκουγε.
«Φιλοξενούμενοι; Στο σπίτι που σας κρατάει για να μη χρεωθείτε; Να λέμε και ευχαριστώ καμιά φορά.»
Εκεί νευρίασα κι εγώ άσχημα.
«Ευχαριστώ έχω πει πολλές φορές. Αλλά δεν μπορώ να ζω με άδεια για το καθετί.»
Ο άντρας μου αντί να το πιάσει από εκεί, μου είπε: «Μιλάς άσχημα».
Και ναι, μίλησα άσχημα. Δεν το αρνούμαι. Είχα μαζέψει τόσα, που βγήκαν όλα μαζί. Μόνο που αυτός στάθηκε στο ύφος μου και όχι σε αυτά που έλεγα.
Τι δεν του είχα πει όμως; Ότι είχα ήδη πάει δύο φορές στο χωριό χωρίς να το ξέρει, είχα φωνάξει μάστορα να δει τα βασικά και είχα ρωτήσει στην τράπεζα για μικρό καταναλωτικό. Δεν το είπα γιατί ήξερα ότι θα το κόψει πριν καν το σκεφτεί. Οπότε ναι, κι εγώ έκανα πράγματα πίσω από την πλάτη του. Δεν ήμουν σωστή.
Το μεγάλο μπαμ έγινε όταν βρήκα την πεθερά μου να δείχνει σε μια γνωστή της το δωμάτιό μας για να το δώσει, λέει, στον ανιψιό της «αν χρειαστεί για λίγους μήνες». Λες και εμείς ήμασταν περαστικοί.
Της είπα: «Συγγνώμη, αυτό το συζητήσατε με εμάς;»
Και μου λέει: «Αφού εσύ όλο λες ότι θες να φύγεις. Να οργανωνόμαστε κι εμείς.»
Γυρνάω στον άντρα μου και του λέω: «Θα μιλήσεις;»
Κι εκείνος μου είπε τη χειρότερη φράση που μπορούσε: «Ηρέμησε, υπερβάλλεις.»
Εκείνη τη μέρα μάζεψα λίγα ρούχα, τα χαρτιά μου και έφυγα. Όχι θεαματικά. Ούτε φωνές ούτε βαλίτσες στην πόρτα. Πήρα το αυτοκίνητο και πήγα στο σπίτι των παππούδων μου.
Το πρώτο βράδυ κοιμήθηκα με ένα αερόθερμο και μια κουβέρτα γιατί είχε παγωνιά και μύριζε κλεισούρα. Έκλαψα κιόλας, δεν θα το παίξω δυνατή. Την επόμενη μέρα καθάριζα αράχνες και μιλούσα στο τηλέφωνο με τον αδερφό μου για το τι μπορεί να γίνει πρώτα. Με μάλωσε κι αυτός λίγο. «Δεν φεύγεις από το σπίτι σου έτσι χωρίς σχέδιο». Είχε δίκιο. Αλλά τουλάχιστον εκεί μέσα ανέπνεα.
Ο άντρας μου στην αρχή θύμωσε. «Με εκθέτεις», μου είπε. «Τι θα λέει ο κόσμος;»
Του είπα: «Δεν έφυγα για τον κόσμο. Έφυγα γιατί μαζί σου δεν με άκουγε κανείς.»
Μετά από δυο μέρες ήρθε στο χωριό. Δεν ήρθε να με πάρει αγκαλιά ούτε να πει μεγάλα λόγια. Ήρθε κουρασμένος, με νεύρα, και κάθισε σε μια πλαστική καρέκλα στην αυλή.
«Μίλησα με τη μάνα μου», μου είπε.
«Και;»
«Έγινε χαμός.»
«Δεν σε ρώτησα αν έγινε χαμός. Σε ρώτησα τι είπες εσύ.»
Με κοίταξε πολλή ώρα και μετά μου είπε κάτι που περίμενα καιρό: «Ότι δεν γίνεται να συνεχίσουμε έτσι. Ότι είσαι γυναίκα μου, όχι φιλοξενούμενη της μάνας μου.»
Δεν έπεσα στην αγκαλιά του. Του είπα μόνο: «Το λες τώρα γιατί έφυγα.»
Και μου απάντησε: «Ναι. Γιατί μέχρι να φύγεις νόμιζα ότι απλώς γκρινιάζεις. Και γιατί με βόλευε κι εμένα. Να τα έχει όλα έτοιμα η μάνα μου και να μην αναλαμβάνω ευθύνη.»
Αυτό του το αναγνωρίζω. Δεν προσπάθησε να βγει σωστός. Το είπε όπως ήταν.
Τελικά αποφασίσαμε να το παλέψουμε στο παλιό σπίτι, έστω σιγά σιγά. Όχι με ηρωισμούς. Με μέτρημα, με δουλειές, με τσακωμούς μάλλον κι άλλους. Η πεθερά μου ακόμη είναι παγωμένη μαζί μου. Και ίσως πιστεύει ότι της πήρα τον γιο της. Από τη δική της πλευρά ίσως να νιώθει κι εκείνη προδομένη, δεν ξέρω. Αλλά εγώ ξέρω ότι αν γύριζα πίσω όπως ήταν τα πράγματα, θα έχανα τον εαυτό μου.
Δεν λέω ότι είχα άδικο σε όλα ούτε ότι εκείνος φταίει για όλα. Άργησα να μιλήσω καθαρά, έκρυψα κινήσεις, άφησα τα νεύρα να μιλήσουν αντί για μένα. Αλλά πείτε μου κι εσείς: αν ο άνθρωπός σου δεν βάζει όρια στη μητέρα του, πόσο πρέπει να περιμένεις πριν φύγεις για να σώσεις τον εαυτό σου;