Όταν η κουζίνα μου πήρε τα πάντα: Μια νύχτα, μια στιγμή, μια νέα αρχή
«Νίκη, μην πατάς εκεί, είναι βρεγμένα!» φώναξε η μητέρα μου πίσω από τον πάγκο, μα είχε ήδη αργήσει. Το λάδι άχνιζε στο τηγάνι, ένα ψηλοκοντυλό καλοκαιρινό δειλινό στην Αθήνα. Είχα μόλις κλείσει τα είκοσί μου κι όλα έμοιαζαν να ξεκινούν. Αυτό το καλοκαίρι υποσχόταν ελευθερία, ταξίδια με φίλους, γέλια στη θάλασσα και νέα όνειρα.
Αλλά σε μια στιγμή, όλα άλλαξαν. Ένα ξαφνικό τράνταγμα, η κατσαρόλα που κρεμόταν άκρη-άκρη, το λάδι που βρήκε το δρόμο προς το πρόσωπό μου σαν βροχή καυτή. Η φωνή μου σπάει στη σιωπή της κουζίνας, μισοακούγονται οι γείτονες στον κάτω όροφο, ο πατέρας μου φωνάζει στο τηλέφωνο για ασθενοφόρο. Η μητέρα γονατίζει και κλαίει στη γωνία, τα χέρια της τρέμουν πάνω στη δική μου πληγή. Δεν έχω ξανακούσει έτσι τη φωνή μου, ούτε τα ουρλιαχτά να βγαίνουν μέσα μου – ούτε και θα το ξεχάσω ποτέ.
Με βρήκαν οι νοσοκόμοι κατάχλωμη, ακόμη μούδιασμα στο κεφάλι, ακόμη τα μαλλιά να κολλούν πάνω στα φρύδια γλιστρώντας στάλες ιδρώτα από τον πόνο. Είδαν τα εγκαύματα στο πρόσωπό μου, στα χέρια και στο λαιμό ούτε που γνώρισα τον εαυτό μου σ’ εκείνον τον καθρέφτη μετά το ατύχημα. “Κόρη μου,” ψιθύρισε η μητέρα λίγο αργότερα, “όλα θα φτιάξουν, είσαι δυνατή.” Αλλά δεν ήξερα πλέον ποια ήμουν, είχα μείνει χωρίς δέρμα, χωρίς όνομα, χωρίς βεβαιότητα.
Οι πρώτοι μήνες μετά το νοσοκομείο θύμιζαν παρατεταμένο χειμώνα. Οι γάζες με τραβούσαν, ο καθρέφτης έγινε ο εχθρός μου, ένα μέσο τιμωρίας. Η γιαγιά προσπαθούσε να κρύψει το συναίσθημα της λύπησης, ο αδερφός μου απέφευγε να με κοιτάζει κατάματα. Η γειτονιά μιλούσε, οι φίλοι αραιώσανε, και ο πατέρας, που ποτέ δεν έκλαιγε, είχε κόκκινα μάτια τα βράδια. Κάθε ηχηρό «Καλημέρα!» στο διαμέρισμα ήταν μια προσευχή και κάθε φορά που άκουγα το καμπανάκι της πόρτας, ένιωθα σα να δικάζομαι.
—Νίκη, πώς είσαι σήμερα; με ρωτούσε η Σοφία, η καλύτερή μου φίλη, γεμάτη ενοχές που συνέχιζε τη ζωή της. —Να σου πω; Για λίγο ήθελα να μην ξυπνήσω, Σοφία. Καμία μάσκα, καμία ουλή δεν κρύβει ό,τι νιώθω μέσα μου. Δεν με αναγνωρίζω πια, της εμπιστεύτηκα ένα απόγευμα ενώ το φως έγερνε πίσω απ’ τα πατζούρια.
Στην αρχή, ακόμα και οι γιατροί, με ατελείωτες αλοιφές και υποσχέσεις για πλαστικές, δεν μπορούσαν να μιλήσουν για ομορφιά. “Θα ζήσεις κανονικά,” έλεγαν, “αλλά χρειάζεται υπομονή.” Μα πώς να δείξεις υπομονή όταν η κάθε ματιά στον καθρέφτη φέρνει δάκρυα, όταν η κάθε απορία του αγνώστου στο δρόμο σε καρφώνει σαν βελόνα;
Η μητέρα μου έφτιαχνε κάθε πρωί τσάι με δυόσμο και με φίλαγε στο φρύδι που δεν είχε καεί. Ο πατέρας έμενε αμίλητος, μα κάποτε τον έπιασα να γράφει κάτι σε ένα παλιό σημειωματάριο. Ο Θανάσης, ο μικρός μου αδερφός, με άγγιζε δειλά στα μαλλιά για να δει αν πονάω.
Κάποιο βράδυ, μετά από έναν μεγάλο καβγά για τα έξοδα της θεραπείας -“Δεν αντέχουμε άλλο!” φώναξε ο πατέρας- έφυγα από το σπίτι και έκατσα στην ταράτσα. Κοίταξα την Αθήνα, τα φώτα ζωγράφιζαν θάλασσες στο σκοτάδι, μα ένιωθα μόνη. Με πήρε η μητέρα αγκαλιά, “Νίκη, το όνομά σου σημαίνει αυτό που πρέπει να κάνεις. Να νικήσεις.” Γέλασα πικρά. Γινόταν να νικηθείς από το ίδιο σου το κορμί;
Οι κυριακάτικες επισκέψεις της γιαγιάς ήταν ένα ολόκληρο τελετουργικό. —Νίκη μου, η ψυχή μετράει, όχι το πρόσωπο, έλεγε και με χάιδευε, ενώ μέσα της καθρέφτιζε μια παλιά θλίψη. Κι εγώ όμως ήθελα, απεγνωσμένα, να μείνει έστω κάτι όμορφο απ’ το παρελθόν, κάτι που να μη μεταμορφώθηκε από την καταστροφή.
Τα μηνύματα των φίλων μου όλο και λιγόστευαν. Οι φωτογραφίες στο Instagram έδειχναν παραλίες, γέλια, μαυρίσματα. Εγώ, πλέον έκρυβα ακόμα και το βλέμμα μου στη στάση του λεωφορείου. Μια φορά, συνάντησα τυχαία τη Μυρτώ, παλιά μου συμμαθήτρια. Ρώτησε τα τυπικά, κι ύστερα το βλέμμα της πήγε αθέλητα στην ουλή κάτω από το αριστερό μάτι. Το κατάλαβα κι ας προσπάθησε να προσποιηθεί πως δεν τρέχει τίποτα.
Ένα πρωινό, ο γιατρός πρότεινε ψυχολογική στήριξη. Δεν ήθελα, επέμενα. “Δεν είμαι τρελή”, του είπα. “Είσαι δυνατή, αλλά δεν χρειάζεται να είσαι μόνη”, απάντησε. Δέχτηκα, μόνο γιατί δεν άντεχα να ανησυχούν οι δικοί μου.
Η ψυχολόγος, η κυρία Ελένη, άκουσε για ώρες τα παράπονα, το θυμό και τη θλίψη που κουβαλούσα. —Τι νομίζετε πως βλέπουν οι άλλοι όταν σας κοιτάζουν, με ρώτησε ήσυχα. —Βλέπουν μόνο το σημάδι, απάντησα ψιθυριστά. Αυτό βλέπω κι εγώ. —Και αν σας έβλεπαν με αγάπη; επέμεινε εκείνη. —Δεν τα καταφέρνω εγώ, πώς να τα καταφέρουν οι άλλοι;
Μέρες περνούσαν και τα λόγια της έπαιζαν μέσα μου σαν ενοχλητική μελωδία. Άρχισα να δοκιμάζω να μιλάω λίγο πιο ανοιχτά. Μια φορά, σε μια ταβέρνα στα Πετράλωνα, ξεκλείδωσα κάπως μέσα στους φίλους μου, μίλησα για τη νύχτα του ατυχήματος, για το πώς τα όνειρά μου άλλαξαν από τη μια στιγμή στην άλλη. Με άκουσαν στ’ αλήθεια, δάκρυσε η Σοφία, ακόμα και ο Πέτρος, που πάντα ήταν ο πιο σκληρός. —Σε θαυμάζω, είπε και εγώ για πρώτη φορά ήθελα να τον πιστέψω.
Οι μήνες έκαναν τις ουλές να φαίνονται λιγότερο κόκκινες, μα η ψυχή ακόμα ματώναγε. Στην οικογένεια, οι φωνές για τα προβλήματα του σπιτιού έγιναν καθημερινότητα. Η μητέρα μου άρχισε να δουλεύει παραπάνω, ο Θανάσης δούλευε σε καφετέρια για να βοηθήσει. Ένιωθα πως τους βύθιζα όλους, πως ήμουν το επίκεντρο της ατυχίας τους.
Ένα βράδυ, στο διάδρομο, ήρθε ο πατέρας μου και άφησε στα χέρια μου εκείνο το παλιό σημειωματάριο, γεμάτο σημειώσεις του – σκέψεις, φόβους, κόπους μιας ζωής. Το ξεφύλλισα αργότερα και είδα, με γράμματα που χόρευαν σαν τραυλισμός, να γράφει: “Η Νίκη μου είναι ο λόγος που παλεύουμε. Εκείνη με έμαθε τι σημαίνει αγάπη.” Έκλαψα γοερά εκείνο το βράδυ. Δεν ήμουν βάρος· ήμουν ακόμα παιδί τους και πηγή για να ελπίζουν.
Πέρασαν σχεδόν δύο χρόνια ως που να μπορέσω να ξυπνήσω ένα πρωί και να χαμογελάσω αληθινά. Η ψυχή μου ακόμα τρέμει τις στιγμές με τον καθρέφτη, μα μπορώ να φοράω χωρίς σκεπτικισμό τις ανοιχτόχρωμες μπλούζες, να περπατάω στην αγορά και να γελάω δυνατά. Κάποια βλέμματα πέφτουν πάνω μου σαν πέτρες, αλλά πια δεν λυγίζω.
—Νίκη, τι νιώθεις όταν σε κοιτάς; με ρώτησε πρόσφατα η Ελένη. —Αρχίζω να βλέπω κάτι πέρα από τις ουλές, απάντησα. Μπορούμε να αγαπήσουμε ξανά το σώμα μας, αργά, πολύ αργά, όπως η άνοιξη επιστρέφει στο κρύο.
Και τώρα γυρνάω σε σας και αναρωτιέμαι: Εσείς έχετε βρεθεί ποτέ μπροστά στον εαυτό σας και να μη σας αρέσει αυτό που βλέπετε; Πώς ξαναχτίζετε το κομμάτι που ράγισε κι έγινε πιο δυνατό;