Μην αφήνεις ποτέ μια ελεύθερη φίλη να περάσει το κατώφλι σου: η φωνή της μάνας μου και η μοναξιά μου

«Άννα, άκουσέ με καλά: ποτέ μην αφήνεις μια ελεύθερη φίλη να μπει στο σπίτι σου. Είναι σαν να καλείς το κακό πάνω σας.» Τη φράση αυτή, την είχα πρωτακούσει στα δεκαεφτά μου. Μη με κοιτάς έτσι, τότε μου φάνηκε γραφική, σχεδόν αστεία! Όμως, τώρα που κάθομαι με το μωρό αγκαλιά και ακούω τον σύντροφό μου, τον Νίκο, να μιλάει στο τηλέφωνο—το μυαλό μου γυρίζει απελπιστικά πίσω στη φωνή της μάνας μου. Κι αν είχε δίκιο;

Η Μαρία ήταν πάντα στο πλάι μου, στα έδρανα του Πανεπιστημίου, στη Μύκονο πάνω στο νησί, και στα δάκρυά μου εκείνο το βράδυ που διαλύθηκε η ζωή μου. Μαζί γελάσαμε, μαζί μεγαλώσαμε, μαζί φανταστήκαμε ένα αύριο. Μέχρι που ήρθε ο Γιάννης. Ένας μικρός ήλιος, ένα καινούριο φως που άλλαξε τα πάντα. Ή έτσι νόμιζα.

«Τι μου λες τώρα, Άννα; Εγώ δεν μπορώ να κάτσω λίγο παραπάνω; Μου λείπεις!» φώναξε ένα απόγευμα η Μαρία, στρογγυλοκαθισμένη στον καναπέ με το ένα πόδι κάτω απ’ το σώμα της. Κοίταζε τον μικρό Γιάννη σαν να είχε ανακαλύψει τον λόγο ύπαρξης της ζωής. Κι όμως—ένα κάτι μέσα μου έσφιγγε τα δόντια. Μη λες τίποτα, μη δείχνεις τίποτα, θα παρεξηγηθείς. Πόσο γρήγορα η μάνα μου είχε φωλιάσει στο κεφάλι μου!

Τα βράδια αραιώσαμε τα τηλεφωνήματα. Μου έλεγε πως βρήκε, λέει, καινούρια δουλειά. «Στο Μοναστηράκι με μπλούζες, πολλή δουλειά, ξέρεις πώς είναι… μην παρεξηγείς.» Μα εγώ παρεξηγούσα, έσκαβα με το μυαλό μου, ανακάλυπτα κρυφές νύξεις, δικαιολογούσα μισές κουβέντες. Γιατί τώρα όταν η Μαρία με έβλεπε, χτένιζε πιο πολύ από πριν τα μαλλιά της; Γιατί μιλούσε πιο γλυκά στον Νίκο; Γιατί γελούσε με τα ίδια του τα αστεία, όταν εγώ τις τελευταίες εβδομάδες δεν άντεχα τη φωνή του;

Τα καλοκαίρια στην αυλή, οι Κυριακές με τους δικούς μου ακόμα, και τα μεσημέρια που μοιραζόμουν τα κρυφά μας όνειρα μαζί της, όλα έμοιαζαν τόσο μακρινά τώρα. Κι αν η μάνα μου είχε ένα δίκιο που εγώ δεν ήθελα να παραδεχτώ; Οι φωνές της σκέπαζαν ό,τι είχαμε μοιραστεί με τη Μαρία. Πόσο δύσκολο είναι να παλέψεις με τα φαντάσματα ενός λαού που ζυμώνει τα κορίτσια του στο ψιθυριστό σκοτάδι της προκατάληψης!

Ένα βράδυ, ο Νίκος γύρισε σπίτι αργά. The βλέμμα του θολό, τα μάτια του κουρασμένα. Η κουζίνα βρομούσε ψάρι, ο μικρός Γιάννης ξύπνησε και δεν ήθελε να ξανακοιμηθεί. «Άννα, όλα καλά;» μου είπε κοφτά. Θέλησα να ουρλιάξω: ‘ΕΣΥ, ΜΗ ΜΟΥ ΚΡΥΒΕΙΣ ΠΙΟ ΠΟΛΛΑ.’ Η Μαρία, άραγε, θα άντεχε μια φωνή σαν τη δική μου; Ήταν αξιολύπητο το πώς λιώνει η συνείδηση, μέρα με τη μέρα, όταν φυτεύεις αμφιβολίες στον εαυτό σου και δεν τις βγάζεις ποτέ.

Ένα Σάββατο, ήταν να έρθει η Μαρία για φαγητό. Πήρα τον γιο μου, τον κράτησα σφιχτά, κι ένιωθα ένα ρίγος στην κοιλιά. Όταν χτύπησε το κουδούνι, ήμουν μόνη – ο Νίκος είχε βγει για δουλειές, ή έτσι είπε. «Άννα, άργησα; Συγγνώμη…» άρχισε με εκείνο το απαλό της ύφος. Το σπίτι μου μύριζε μοναξιά εκείνη τη μέρα, και τα ρολόγια κοίταζαν ειρωνικά. Καθίσαμε μαζί στον καναπέ, ο μικρός έπαιζε στο χαλί. Σιωπή. Ήπιαμε καφέ. Η φίλη μου στριφογύριζε το κουτάλι αμήχανα στον καπουτσίνο: «Σου ακούγομαι ξένη τελευταία, ε;» Κι εγώ δεν έβρισκα τη δύναμη να της πω «ναι». Κατάπια την αλήθεια.

Μια νύχτα, πιο σκοτεινή από τις άλλες, άκουσα τον Νίκο να μιλά με κάποιον στο μπαλκόνι. «Όχι, ρε, δεν γίνεται τώρα. Είναι όλα μπερδεμένα εδώ. Η Άννα είναι σαν να μην είναι εδώ πλέον.» Τράνταξε το είναι μου αυτή η φράση. Ξαναγυρνάει η φωνή της μάνας μου: «Μην αφήνεις ποτέ μια ελεύθερη φίλη να περάσει το κατώφλι σου.» Άραγε; Εκεί βρήκα το θάρρος να του πω: «Θέλεις να μιλήσουμε;» και το ίδιο βράδυ τολμώ να γράψω στη Μαρία το πιο απλό, σκληρό μήνυμα: “Κάτι έχει αλλάξει, το νιώθω. Είμαι θυμωμένη, είμαι τρομαγμένη. Μπορείς να μιλήσουμε ανοιχτά;”

Ήρθε. Στάθηκε μπροστά μου και κοίταξε κατευθείαν τα μάτια μου, όπως παλιά στις αγρυπνίες μας στην Πλάκα: «Εσύ με φοβάσαι ή εσένα;» ψιθύρισε. Της άνοιξα την καρδιά μου.

«Μη με μαλώνεις, απλά νιώθω… ότι μεγάλωσα, ότι έμεινα πίσω. Φοβάμαι τι σκέφτεται ο κόσμος, τι σκέφτεσαι εσύ. Η μάνα μου λέει ότι δεν πρέπει να σε αφήνω μέσα, μήπως και μου πάρεις κάτι, μήπως κι εγώ έχω πάψει να είμαι για σένα το λιμάνι που ήμουν. Κι αν το πιστέψεις κι εσύ πως έτσι είναι;» Η Μαρία έγειρε το κεφάλι της. Κοίταξε τον Γιάννη σχεδόν με θλίψη. «Είναι δικό σου το σπίτι, είναι δικό σου το παιδί, μα εγώ δεν ήρθα να πάρω τίποτα απ’ όσα αγαπάς. Ήρθα για να μείνω φίλη σου. Σκέψου, Άννα, πόσες δικές μας μαμάδες πέθαναν στο ίδιο ψέμα;»

Κλάψαμε και οι δύο, όπως δεν είχαμε κλάψει ποτέ. Όμως, τίποτα δεν έφτιαξε μεμιάς. Οι σκιές έμεναν εκεί, πιο βαριές και από τα λόγια. Ο Νίκος έφυγε κάπου τον χειμώνα—δε φταίει εκείνη τελικά, ούτε εγώ. Έφυγε γιατί οι σιωπές μας κάνανε το σπίτι θανατερή σπηλιά.

Τώρα γράφω αυτές τις λέξεις από ένα κουζινάκι στο Παγκράτι. Ο Γιάννης, έξι χρονών, κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο. Κάθε Σάββατο πίνει κακάο με τη Μαρία. Η μάνα μου λέει ακόμη τα ίδια. Εγώ όμως αναρωτιέμαι πια: Τι χάνουμε από το φόβο και τι από την αγάπη; Και πώς συγχωρείς τον εαυτό σου για όλα εκείνα που του πήρες, πιστεύοντας πως τον προστάτευες;

Εσείς τι λέτε; Πόσο εύκολο είναι να ξεφύγεις από όσα σε μεγάλωσαν; Και τι θα κάνατε εσείς στη θέση μου;