«Μου είπαν ότι με κοροϊδεύει και τώρα δεν ξέρω αν έχασα έναν άνθρωπο ή αν γλίτωσα από κάτι»
«Καλά, εσύ δεν βλέπεις ότι σε δουλεύει;» μου είπε η αδερφή μου μπροστά στη μητέρα μου, και εκείνη αντί να το μαζέψει, πέταξε το χειρότερο: «Φοβάμαι μη γίνεις ρεζίλι στη γειτονιά στα καλά καθούμενα».
Εκείνη τη στιγμή πάγωσα. Δεν μου έκανε τόσο για τον άνθρωπο που γνώρισα, όσο για μένα. Σαν να μου έλεγαν ότι δεν μπορώ ούτε να κρίνω, ούτε να προστατεύσω τον εαυτό μου.
Είμαι 52 χρονών, χωρισμένη εδώ και χρόνια, με τα παιδιά μεγάλα πια. Το ένα δουλεύει και το άλλο σπουδάζει στην Πάτρα, οπότε το σπίτι έχει αδειάσει απότομα. Δουλεύω σε φαρμακαποθήκη στον Ασπρόπυργο, γυρίζω κουρασμένη, και τον τελευταίο χρόνο η ζωή μου ήταν δουλειά, σούπερ μάρκετ, λογαριασμοί, λίγο καφές με καμιά φίλη αν βγει. Τίποτα άλλο.
Πριν τρεις μήνες γνώρισα έναν άνθρωπο. Όχι τίποτα τρελό. Από το ΚΑΠΗ της περιοχής τον γνώρισα, γιατί πάω καμιά φορά τη μητέρα μου για κάτι χαρτιά και δράσεις και τον πέτυχα εκεί σε μια εκδήλωση. Μου έπιασε κουβέντα, μετά ξανάτυχε στο καφέ δίπλα στην πλατεία, μετά μου έστειλε μήνυμα. Ήταν ευγενικός, ήρεμος, είχε χιούμορ. Το πιο βασικό; Με ρώταγε πώς είμαι και περίμενε να ακούσει.
Εγώ αυτό είχα ανάγκη πιο πολύ απ’ όλα, μάλλον. Να με περιμένει κάποιος έστω για έναν καφέ. Να χτυπάει το κινητό και να μην είναι μόνο από τη δουλειά ή από τη ΔΕΗ.
Δεν το είπα αμέσως στο σπίτι. Όχι επειδή έκανα κάτι κακό, αλλά γιατί ήξερα τι θα ακούσω. Η αδερφή μου είναι της άποψης «σε αυτή την ηλικία θέλει προσοχή διπλή», η μητέρα μου πάλι φοβάται τα πάντα. Και τα παιδιά μου, αν και δεν είναι μικρά, έχουν αυτό το περίεργο που νομίζουν ότι η μάνα τους πρέπει να είναι πάντα λογική, σταθερή, διαθέσιμη, αλλά όχι να έχει και προσωπική ζωή.
Το λάθος μου ήταν ότι κράτησα πράγματα μισά. Έλεγα «βγήκα για καφέ», αλλά όχι με ποιον. Έλεγα «θα αργήσω», αλλά όχι γιατί. Και όταν το έμαθαν, φάνηκε σαν να έκρυβα κάτι σοβαρό.
Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ είχα αρχίσει να δένομαι λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε τόσο γρήγορα. Μου έφερνε κουλούρια από τον φούρνο όταν ήξερε ότι σχολάω αργά, με πήγε μια φορά μέχρι το Κέντρο Υγείας όταν είχα μια ζαλάδα και δεν ήθελα να οδηγήσω, μου έφτιαξε και ένα χαλασμένο πορτάκι στην κουζίνα γιατί το ανέφερα τυχαία. Αυτά για άλλους μπορεί να είναι μικρά. Για μένα εκείνη την περίοδο ήταν πολλά.
Μετά άρχισαν οι παρατηρήσεις.
«Γιατί δεν έχεις έρθει ποτέ να μας τον γνωρίσεις;» μου είπε η αδερφή μου.
«Γιατί δεν είμαι 20 να δίνω αναφορά», της απάντησα απότομα.
«Δεν είναι θέμα αναφοράς. Είναι θέμα να ξέρουμε ποιος είναι», πετάχτηκε η μητέρα μου.
«Και ποιος ξέρει ποιον ακριβώς;» είπα. «Τόσα χρόνια παντρεύονται άνθρωποι και μετά βλέπουν άλλα».
Εκεί έγινε το κακό. Η αδερφή μου μου είπε ότι τον είχε ψάξει στο facebook και βρήκε ότι μέχρι πριν λίγο καιρό έκανε καρδούλες και σχόλια σε διάφορες γυναίκες. Και μετά μου είπε κάτι που με τάραξε περισσότερο: ότι μια γνωστή της, που δουλεύει σε λογιστικό γραφείο, τον ξέρει και ότι «δεν είναι για πολλά πολλά», ότι έχει οικονομικές εκκρεμότητες και γενικά «ψάχνεται».
Τον πήρα τηλέφωνο το ίδιο βράδυ.
«Θέλω να μου πεις καθαρά αν έχεις χρέη, αν ψάχνεις στήριγμα, αν μου λες μισές αλήθειες», του είπα.
Στενοχωρήθηκε πολύ. Το άκουγα.
«Έχω μια ρύθμιση στην εφορία, ναι», μου είπε. «Όπως μισή Ελλάδα. Και ναι, μετά το διαζύγιο ζορίστηκα. Αλλά από σένα δεν ζήτησα ούτε ένα ευρώ».
«Δεν είναι μόνο τα λεφτά», του είπα. «Είναι ότι δεν ξέρω αν είσαι ίδιος με όλους».
«Και με ξέρεις αρκετά για να με βάλεις στους “όλους”;» μου απάντησε.
Μετά μου είπε και κάτι που με χτύπησε εκεί που δεν το περίμενα.
«Το θέμα δεν είναι η αδερφή σου. Το θέμα είναι ότι κι εσύ ντρέπεσαι που περνάς καλά μαζί μου. Γι’ αυτό δεν με έχεις βάλει ποτέ κανονικά στη ζωή σου».
Θύμωσα τότε, αλλά δεν ήταν τελείως άδικο.
Γιατί ναι, τον ήθελα, αλλά κρυφά. Ήθελα τη συντροφιά, αλλά χωρίς να ακούσω σχόλια. Ήθελα να νιώσω ξανά γυναίκα, αλλά να μη φανώ “γελοία”. Ήθελα να αποφασίζω μόνη μου, αλλά ήθελα και την έγκριση των άλλων. Όλα μαζί δεν γίνονται.
Τις επόμενες μέρες απομακρύνθηκα. Όχι μόνο από εκείνον, από όλους. Η μητέρα μου συνέχισε: «Εμείς για το καλό σου τα λέμε». Η αδερφή μου: «Αν αύριο μπλέξεις, πάλι εμείς θα τρέχουμε». Το παιδί μου το μεγάλο, πιο ήρεμα, μου είπε: «Απλώς πρόσεχε, δεν λέμε να μη ζήσεις».
Κι εκεί μπερδεύτηκα ακόμα περισσότερο. Γιατί δεν μπορώ να πω ότι είχαν εντελώς άδικο. Ούτε μπορώ να πω ότι είχαν δικαίωμα να μιλήσουν λες και είμαι αφελής. Εγώ η ίδια έδωσα αφορμή, γιατί έκρυψα πράγματα, γιατί αντί να πω από την αρχή «ναι, βγαίνω με κάποιον και θα το πάω όπως νομίζω», φέρθηκα σαν να έκανα κάτι ύποπτο.
Πριν λίγες μέρες εκείνος μου έστειλε μόνο αυτό: «Αν θες να μιλήσουμε σαν δύο ενήλικοι άνθρωποι, είμαι εδώ. Αν θες να αποφασίζει η οικογένειά σου για σένα, δεν έχω θέση».
Το έχω διαβάσει δέκα φορές. Δεν ξέρω αν ήταν αξιοπρεπές ή αν ήταν πίεση με ωραία λόγια. Δεν ξέρω αν η οικογένειά μου με προστάτεψε ή αν μπήκε εκεί που δεν έπρεπε. Και δεν ξέρω αν πιο πολύ φοβάμαι να με κοροϊδέψουν ή να παραδεχτώ ότι μπορεί να πέταξα από τα χέρια μου κάτι καλό επειδή άκουσα τους άλλους πιο πολύ απ’ τον εαυτό μου.
Τελικά ίσως το χειρότερο δεν είναι ότι χάλασε αυτή η ιστορία. Είναι ότι έχω αρχίσει να μην εμπιστεύομαι τη δική μου κρίση.
Εσείς πώς το βλέπετε; Από ποιο σημείο και μετά η «προστασία» από τους δικούς μας γίνεται παρέμβαση;