«Μου είπε “όσο μένεις εδώ, θα γίνεται όπως λέω εγώ” — και εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πόσο είχα χαθεί μέσα στο ίδιο μου το σπίτι»
«Αν δεν σου αρέσει, να πας στη μάνα σου. Όσο μένεις εδώ, θα γίνεται όπως λέω εγώ.»
Αυτό μου είπε ο άντρας μου την περασμένη Κυριακή, μέσα στην κουζίνα, επειδή τόλμησα να πω ότι δεν θέλω άλλο να ψάχνει το κινητό μου και να μου λέει πότε θα πάω σούπερ μάρκετ, πότε θα δω την αδερφή μου και πόσα θα δώσω από τον λογαριασμό μου. Και το χειρότερο; Το είπε μπροστά στον γιο μας, που έτρωγε μακαρόνια και έκανε ότι δεν ακούει.
Δεν γράφω για να βγάλω τον άντρα μου τέρας. Δεν είναι έτσι απλό. Έχουμε φάει πολύ ζόρι τα τελευταία δύο χρόνια. Έμεινε χωρίς δουλειά όταν έκλεισε η μικρή μεταφορική που δούλευε στον Ασπρόπυργο, μετά βρήκε κάτι με βάρδιες σε αποθήκη, μετά πάλι κενό. Εγώ δουλεύω σε φαρμακείο στο Περιστέρι με ωράριο που αλλάζει κάθε εβδομάδα. Με το ενοίκιο, το ρεύμα, το φυσικό αέριο τον χειμώνα, το παιδί, τα φροντιστήρια που έρχονται σιγά σιγά, είμαστε μονίμως στο όριο.
Πριν από οκτώ μήνες φύγαμε από το σπίτι που νοικιάζαμε και ήρθαμε στο διαμέρισμα των πεθερικών στο Αιγάλεω. Είναι στον πάνω όροφο από εκείνους. Μας το έδωσαν για να μην πληρώνουμε ενοίκιο «μέχρι να συνέλθετε», όπως είπε η πεθερά μου. Και στην αρχή το είδα σαν σωτηρία. Η αλήθεια είναι ότι εγώ το πρότεινα πρώτη. Ο άντρας μου δεν ήθελε, γιατί ήξερε τη μάνα του. Εγώ επέμενα. Έλεγα «λίγοι μήνες θα είναι, να μαζέψουμε κάτι». Δεν υπολόγισα τι σημαίνει να χρωστάς χάρη κάθε μέρα.
Στην αρχή ήταν μικρά πράγματα. Η πεθερά μου ανέβαινε χωρίς να χτυπήσει «να αφήσω ένα ταψί». Ο πεθερός μου έλεγε στον γιο μου «η γιαγιά ξέρει καλύτερα». Ο άντρας μου άρχισε να μου λέει να μην παραγγείλω καφέ απ’ έξω γιατί «δεν είμαστε για περιττά». Δίκιο είχε, δεν λέω. Αλλά μετά έγινε έλεγχος για όλα. Γιατί πήγα Σκλαβενίτη και όχι λαϊκή. Γιατί πήρα παπούτσια στο παιδί από το mall και όχι από τη γειτονιά. Γιατί έδωσα 25 ευρώ στη μητέρα μου όταν της κόπηκε το επίδομα για λίγες μέρες και είχε μπλέξει με φάρμακα.
Μου έλεγε, «όλα κοινά είναι, δεν υπάρχουν δικά σου και δικά μου». Το καταλαβαίνω σε ένα σπίτι. Μόνο που αυτό σήμαινε ότι ο δικός μου μισθός έμπαινε σε κοινό κουτί, αλλά για τα δικά του νεύρα, τις δικές του αποφάσεις και τους δικούς του γονείς δεν έπρεπε να μιλάω. Όταν του είπα να βάλουμε ένα όριο, να μην ανεβαίνουν οι γονείς του όποτε θέλουν, μου είπε «σε φιλοξενούν, δεν είσαι σε θέση να ζητάς όρους».
Και ναι, έχω κι εγώ ευθύνη. Δεν τα είπα όταν έπρεπε. Τα μάζευα. Έκανα παθητική επιθετικότητα, μούτρα, σιωπές. Μια φορά μάλιστα πήρα 300 ευρώ από τον κοινό λογαριασμό και δεν του το είπα αμέσως. Τα έδωσα σε προκαταβολή για να κλείσω μια μικρή γκαρσονιέρα κοντά στη δουλειά μου, γιατί ήθελα να ξέρω ότι αν γίνει κάτι, έχω πού να πάω με το παιδί για λίγες μέρες. Δεν το έκανα τελικά, τα έχασα τα μισά, και όταν το έμαθε έγινε χαμός. Εκείνος το είδε σαν προδοσία. Εγώ το είδα σαν ανάσα. Μέχρι και σήμερα δεν ξέρω αν ήταν άμυνα ή αν έσκαβα μόνη μου τον λάκκο μου.
Τα πράγματα ξέφυγαν πριν μία εβδομάδα. Είχα σχολάσει αργά από το φαρμακείο και πήγα πρώτα στη μητέρα μου, γιατί είχε ζαλάδες και έπρεπε να τη συνοδεύσω στο Κέντρο Υγείας. Του έστειλα μήνυμα, αλλά δεν το είδε, ή έτσι λέει. Όταν γύρισα, ήταν κάτω με τους γονείς του. Ο γιος μας είχε ήδη φάει εκεί. Μόλις ανέβηκε επάνω, άρχισε: «Εξαφανίζεσαι, δεν απαντάς, κάνεις του κεφαλιού σου, και μετά θες και σεβασμό». Του είπα να χαμηλώσει τη φωνή γιατί είναι το παιδί μέσα. Και τότε μου πέταξε το κινητό στο τραπέζι και μου είπε «δείξ’ το μου τώρα».
Εγώ εκεί πάγωσα. Όχι γιατί είχα κάτι. Αλλά γιατί κατάλαβα ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που το θεωρούσε φυσιολογικό. Του είπα «όχι, δεν θα σου το δώσω». Μου λέει «άρα κάτι κρύβεις». Του λέω «κρύβω ότι δεν αντέχω άλλο να απολογούμαι για κάθε κίνηση». Και τότε ήρθε η φράση, αυτή με το «να πας στη μάνα σου».
Μετά μπήκε και η πεθερά μου χωρίς να χτυπήσει, επειδή άκουσε φωνές. Και αντί να ηρεμήσει η κατάσταση, είπε το αμίμητο: «Όταν ένα σπίτι σε στηρίζει, λίγη προσαρμογή δεν έβλαψε κανέναν». Εκεί θόλωσα. Της είπα «άλλο προσαρμογή και άλλο να μην έχω κλειδί στη ζωή μου». Ο άντρας μου έγινε χειρότερα, γιατί ένιωσε ότι τον ξεφτίλισα μπροστά τους.
Από τότε μιλάμε μόνο για τα βασικά. Ποιος θα πάρει το παιδί από το σχολείο, τι θα φάει, αν πληρώθηκε το ρεύμα. Χθες το βράδυ ήρθε και μου είπε πιο ήρεμα, «δεν θέλω να σε καταπιέζω, αλλά έχω φτάσει στα όριά μου. Τα πάντα κρέμονται από μια κλωστή και εσύ λειτουργείς σαν να είσαι μόνη σου». Και ίσως εκεί να έχει ένα δίκιο. Γιατί τον τελευταίο καιρό όντως κάνω κινήσεις χωρίς να τον εμπιστεύομαι, επειδή έχω πειστεί ότι αν του πω τι σκέφτομαι, θα προσπαθήσει να το ελέγξει.
Του είπα κι εγώ, «κι εγώ έχω φτάσει στα όριά μου. Μπορεί να μη φεύγω από το σπίτι, αλλά έχω ήδη εξαφανιστεί μέσα σε αυτό». Δεν απάντησε. Μόνο είπε «τότε βρες τι θέλεις». Σαν απειλή ακούστηκε, αλλά ίσως να ήταν και κούραση, δεν ξέρω πια.
Το θέμα είναι ότι σήμερα βρήκα αγγελία για ένα μικρό δυάρι στο Χαϊδάρι και κάθομαι και το κοιτάω από το πρωί. Τα λεφτά δεν βγαίνουν εύκολα. Αν φύγω, θα ζοριστούμε απίστευτα. Αν μείνω, φοβάμαι ότι σε λίγο θα ζητάω άδεια και για να ανασάνω. Και δεν θέλω ο γιος μας να μεγαλώσει νομίζοντας ότι έτσι είναι φυσιολογικό να μιλάνε οι άνθρωποι μεταξύ τους.
Δεν ξέρω αν κάνω υπερβολές επειδή έχω κουραστεί ή αν άργησα ήδη πολύ να βάλω όρια. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Πότε ο συμβιβασμός για να κρατηθεί ένα σπίτι όρθιο γίνεται θυσία του εαυτού σου;