«Τόσα χρόνια τη στηρίζουμε κι εκείνη θέλει να δώσει το σπίτι στον γιο της που τη θυμάται μόνο όταν χρωστάει»

«Να ξέρετε, το σκέφτομαι σοβαρά να κάνω γονική παροχή το σπίτι στον γιο μου, να κλείσει κάποια χρέη και να ησυχάσει». Αυτό μας το είπε η πεθερά μου την περασμένη Κυριακή, έτσι απλά, πάνω που της είχαμε πάει τα ψώνια της εβδομάδας και τα φάρμακα από το φαρμακείο.

Ο άντρας μου την κοίταξε και της είπε: «Μαμά, μιλάς σοβαρά τώρα; Εμείς τρέχουμε για όλα και εσύ θα δώσεις το μόνο σου περιουσιακό στοιχείο στον αδελφό μου για να πληρώσει πάλι χρέη;»

Εκείνη θύμωσε αμέσως. «Πάλι τα ίδια; Παιδί μου είναι. Να τον αφήσω να τον κυνηγάνε;»

Κι εγώ εκείνη την ώρα δεν κρατήθηκα. Της είπα: «Κι εσείς; Εσάς ποιος σας κοιτάει; Ποιος σας πάει στα ραντεβού στο ΙΚΑ και στο νοσοκομείο; Ποιος πληρώνει όταν δεν φτάνει η σύνταξη;»

Δεν το είπα ωραία, το ξέρω. Το είπα σαν κατηγορία. Και από εκεί ξεκίνησε ένας καβγάς που μάλλον είχε μαζευτεί χρόνια.

Η πεθερά μου μένει μόνη της σε ένα παλιό διαμέρισμα που έχει στο Περιστέρι. Παίρνει μια μικρή σύνταξη χηρείας και με τα φάρμακα, τους λογαριασμούς, τα κοινόχρηστα και κάτι εξετάσεις που βγαίνουν συνέχεια, δεν της φτάνουν. Τα τελευταία τρία χρόνια, σχεδόν κάθε μήνα κάτι βάζουμε εμείς. Άλλοτε 100 ευρώ, άλλοτε 200, άλλοτε πληρώνουμε κατευθείαν ρεύμα ή σούπερ μάρκετ. Ο άντρας μου είναι αυτός που τη σηκώνει και τη πάει όπου χρειάζεται, εγώ είμαι αυτή που της κλείνω ραντεβού, της μιλάω με τον ΕΟΠΥΥ, της παίρνω τηλέφωνο τον λογιστή όταν μπλέκει με χαρτιά.

Δεν το κάναμε με συμφωνία ότι θα πάρουμε κάτι. Τουλάχιστον έτσι έλεγα πάντα. Ότι βοηθάμε γιατί είναι μάνα του και γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Αλλά αν πω την αλήθεια, μέσα μου θεωρούσα δεδομένο ότι τουλάχιστον θα υπάρχει μια στοιχειώδης δικαιοσύνη. Όχι να τρέχουμε εμείς και στο τέλος να σωθεί ο άλλος.

Ο αδελφός του άντρα μου είναι 45 χρονών. Δεν είναι κανένα παιδί που έκανε ένα λάθος. Χρόνια τώρα κάνει δουλειές του ποδαριού, ανοίγει κάτι, το κλείνει, δανείζεται, δεν πληρώνει, μετά εξαφανίζεται. Είχε μπλέξει με κάρτες, μετά με δάνειο, μετά με χρέη στην εφορία. Κάθε φορά η πεθερά μου έλεγε «αυτή είναι η τελευταία φορά που τον βοηθάω». Και κάθε φορά πάλι από την αρχή.

Βέβαια, για να είμαι δίκαιη, ούτε εμείς ήμασταν ξεκάθαροι. Ο άντρας μου της γκρίνιαζε, μετά μαλάκωνε. Εγώ πολλές φορές έλεγα «άσ’ την, μεγάλη γυναίκα είναι, ας κάνει ό,τι θέλει», αλλά όταν ερχόταν ο λογαριασμός του νερού απλήρωτος ή όταν έπρεπε να τη πάμε στα επείγοντα και δεν είχε ούτε για ταξί, πάλι εμείς ήμασταν εκεί. Δηλαδή και όρια δεν βάζαμε και μέσα μας κρατούσαμε λογαριασμό. Αυτό τώρα το βλέπω.

Το χειρότερο είναι ότι μάθαμε τυχαία πως δεν ήταν απλώς μια σκέψη. Είχε ήδη μιλήσει με συμβολαιογράφο στη γειτονιά της. Μας το είπε η ίδια τελικά, όταν την πίεσε ο άντρας μου. «Ρώτησα τι χρειάζεται, δεν το έκανα ακόμα», είπε. «Γιατί αν δεν τον βοηθήσω, θα του πάρουν το αυτοκίνητο και θα τον πετάξουν από το σπίτι που νοικιάζει».

Ο άντρας μου της είπε: «Και μετά τι; Θα μείνεις χωρίς τίποτα. Αν χρειαστείς βοήθεια, ποιος θα πληρώνει; Εκείνος;»

Και εκεί μου έκανε εντύπωση αυτό που απάντησε. «Εσύ είσαι πιο σταθερός. Εσείς τα καταφέρνετε. Εκείνος δεν έχει κανέναν.»

Αυτό τον διέλυσε. Γιατί στην ουσία της είπε ότι μας τιμωρεί επειδή είμαστε οι “σωστοί”. Ότι επειδή εμείς δεν την αφήσαμε ποτέ, μπορεί να μας θεωρεί δεδομένους.

Μετά όμως βγήκαν κι άλλα. Ο αδελφός του, όπως μάθαμε, δεν της είχε πει όλη την αλήθεια. Δεν ήταν μόνο χρέη. Χρωστάει και ενοίκια, και έχει πάρει λεφτά από φίλους, και μάλλον της είπε ότι αν δεν βρεθεί λύση θα φύγει στο εξωτερικό και δεν θα τον ξαναδεί. Η πεθερά μου φοβάται πολύ αυτό το πράγμα. Μην της φύγει το παιδί, μην του συμβεί κάτι, μην μείνει στον δρόμο. Το βλέπω ότι δεν σκέφτεται λογικά, σκέφτεται σαν μάνα που έχει ενοχές.

Από την άλλη, κι εγώ δεν είμαι αθώα. Εδώ και μήνες έχω αρχίσει και αγανακτώ και το έβγαζα έμμεσα. Της μιλούσα πιο ξερά, απέφευγα να πάω από το σπίτι της, έλεγα στον άντρα μου «ας πάει και ο αδελφός σου μια φορά». Μια φορά μάλιστα, ντρέπομαι που το λέω, της πέταξα «για εκείνον πάντα βρίσκεις καρδιά, για εμάς μόνο υποχρεώσεις». Από τότε κλείστηκε κι άλλο.

Τώρα είμαστε σε πολύ άσχημη φάση. Ο άντρας μου της είπε καθαρά ότι αν προχωρήσει και δώσει το σπίτι, εμείς δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να καλύπτουμε τα πάντα σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Όχι από εκδίκηση, αλλά γιατί κι εμείς έχουμε δάνειο, παιδί στο φροντιστήριο και δουλειές που δεν ξέρεις αν αύριο θα υπάρχουν. Εκείνη το πήρε σαν απειλή. Μας είπε: «Δηλαδή μετράτε τη βοήθεια για να πάρετε αντάλλαγμα;»

Και κάπου εκεί κόλλησα κι εγώ. Γιατί από τη μία θέλω να πω όχι, δεν βοηθήσαμε για το σπίτι. Από την άλλη όμως, αν ένας άνθρωπος που στηρίζεις σταθερά παίρνει μια τόσο σοβαρή απόφαση που τελικά φορτώνει σε εσένα όλο το βάρος και χαρίζει το μόνο του στήριγμα σε κάποιον που τον εκμεταλλεύεται, πώς συνεχίζεις σαν να μη τρέχει τίποτα;

Από τότε μιλάμε τυπικά. Της πήγαμε πάλι τα φάρμακα, δεν την αφήσαμε, αλλά υπάρχει πάγος. Ο αδελφός του φυσικά δεν έχει εμφανιστεί ούτε για τα βασικά. Μόνο τηλέφωνα κάνει, κλαίγεται και της λέει ότι όλοι είναι εναντίον του.

Εγώ νιώθω και θυμό και ενοχή. Θυμό γιατί μας θεωρούν δεδομένους. Ενοχή γιατί μια μεγάλη γυναίκα είναι στη μέση και ίσως φοβάται στ’ αλήθεια για το παιδί της. Αλλά κι εμείς δεν μπορούμε να γίνουμε το μόνιμο δίχτυ ασφαλείας για όλους.

Δεν ξέρω αν πρέπει να τραβήξουμε γραμμή τώρα ή αν αυτό θα μας γυρίσει μπούμερανγκ και θα διαλυθούν τελείως οι σχέσεις. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μας; Θα συνεχίζατε να τη στηρίζετε όπως πριν ή θα βάζατε επιτέλους όρια;