Όταν Ο Κόσμος Εγκρεμίστηκε: Μια Νύχτα Στο Κέντρο Της Αθήνας
«Άκουσες αυτόν τον θόρυβο;» Η φωνή της μητέρας μου, Ξένιας, αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, στιγμές πριν το φως κοπεί απότομα σαν κάποιος να έσβησε τον ήλιο μ’ ένα διακόπτη. Ο πατέρας μου, ο Ανέστης, πετάχτηκε απ’ την καρέκλα του, ενώ εγώ έμεινα για δυο δευτερόλεπτα καρφωμένος στη θέση μου, παγωμένος – κάθε παιδικός μου φόβος ζωντανεμένος εκείνη τη νύχτα στο Παγκράτι.
Όλο το διαμέρισμα τυλίχτηκε σε μια σκοτεινή σιωπή. Από μακριά ήρθε ο ήχος σειρήνας – και μαζί του η σιγουριά πως κάτι κακό συνέβαινε. Ήμουν δεκαεπτά, έτοιμος να τελειώσω το σχολείο, γεμάτος όνειρα για δραπέτευση από τη ρουτίνα, αλλά εκείνη τη στιγμή έγινα πάλι το μικρό παιδί που κάθε βράδυ χρειαζόταν ένα φως να καίει.
«Γιάννη, πήγαινε να δεις τι γίνεται στο διάδρομο,» πρόσταξε ο πατέρας μου, με τόνο που μύριζε φόβο, όσο κι αν προσπαθούσε να κρυφτεί. Όλοι ήμασταν τρομοκρατημένοι – αλλά τα παιδιά κοιτούν πάντα τους μεγάλους για καθοδήγηση. Ο μικρός μου αδερφός, ο Πέτρος, είχε αρχίσει να κλαίει. Το πρόσωπό του γεμάτο δάκρυα, ψιθύριζε: «Μαμά, γιατί είναι όλα σκοτεινά;»
Η μητέρα μου τον αγκάλιασε, μα τα χέρια της έτρεμαν. Η ασφάλεια που νομίσαμε πως έχουμε –το μπαλκονάκι με τις γλάστρες, το φως της τηλεόρασης, οι φωνές στη διπλανή πολυκατοικία– όλα εξαφανίστηκαν σαν ψευδαίσθηση. Ο πατέρας μου γύρισε σ’ εμένα. «Γιάννη, έλα μαζί μου. Θ’ ανεβούμε στην ταράτσα». Προσπάθησα να κρύψω τον πανικό. Το σκοτάδι και ο άγνωστος θόρυβος μάς διαπέρασαν σαν μαχαίρι. Ένιωσα ανασφάλεια για πρώτη φορά τόσο βαθιά: τίποτα δεν ήταν πλέον δεδομένο.
«Μαμά, και αν είναι σεισμός;» η φωνή μου έμοιαζε σαν να ήρθε απ’ τα παλιά. Όμως αυτή φορά η μαμά δεν είχε τη δύναμη να καθησυχάσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα: «Πρέπει να μείνουμε ήρεμοι, όλοι.»
Ανεβήκαμε τρέχοντας, σχεδόν κουτρουβαλώντας, σκοντάφτοντας στα ίδια μας τα βήματα. Η πόρτα της ταράτσας ήταν μισάνοιχτη, ένας γείτονας –ο κ. Θοδωρής, συνταξιούχος– είχε βγει ήδη, με φακό στο χέρι και φοβισμένο βλέμμα. Από κάτω, σειρήνες, φωνές, μια ένταση στα καλώδια της ΔΕΗ.
«Ανατινάχτηκε το εργοστάσιο στο Γκάζι, λένε στο ραδιόφωνο! Δεν έχουμε ρεύμα σ’ όλη την Αθήνα!», φώναξε κάποιος. Κι εγώ, για μια στιγμή, ζήλεψα το πάθος με το οποίο προσπαθούσαν να καταλάβουν, να ελέγξουν. Εγώ, έμεινα βουβός. Μέσα μου αντηχούσε το ερώτημα: τι κάνω όταν πια δεν έχω κανέναν να με προστατέψει;
Ο πατέρας μου έπιασε σφιχτά το χέρι μου. «Γιάννη, δε σε ρώτησα… φοβάσαι;» Κούνησα το κεφάλι, ψέματα. Ναι, φοβόμουν – όχι τον θόρυβο, μα το ότι κανείς μας δεν είχε πια απαντήσεις. Είδα τη μητέρα μου να λέει στον εαυτό της πως πρέπει να φανεί δυνατή – το πρόσωπό της, όμως, είχε την ευθραυστότητα μιας σπασμένης πορσελάνης.
Οι ώρες κυλούσαν αργά, μέσα στο σκοτάδι, μόνο με τα κεριά και το φόβο παρέα. Στην πολυκατοικία, ο γείτονας από τον τέταρτο όροφο ήρθε και χτύπησε την πόρτα μας. «Δεν έχει καθόλου νερό! Τα αποθέματα τέλειωσαν!» Μια συζήτηση για το αν πρέπει να κατέβουμε στο δρόμο ξέσπασε στην είσοδο. «Αν βρείτε νερό πουθενά, φέρτε και για εμάς!» φώναξε από τον διάδρομο η κυρία Βάνα. Εμείς; Εμείς κάτσαμε, εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην ανάγκη να προστατεύσουμε τη φωλιά μας και στον πανικό που πύκνωνε στον αέρα.
«Μαμά, τι θα κάνουμε αν κρατήσει μέρες;» ο Πέτρος ψιθύρισε. Η μητέρα μου προσπάθησε να χαμογελάσει. «Έλα, Πέτρο μου, θα είμαστε καλά. Όλοι μαζί». Μα εγώ πλέον αντιλαμβανόμουν το ψέμα στη φωνή της – ήμασταν οικογένεια, αλλά η σιγουριά είχε χαθεί.
Κατά τα μεσάνυχτα, αποφασίσαμε με τον πατέρα μου να βγούμε για φακό και νερό. Στους δρόμους έβλεπες τη γειτονιά άλλη: άνθρωποι μαζεμένοι γύρω από ένα αυτοκίνητο και ραδιόφωνο, σκιές να διασταυρώνονται φόβο ή ελπίδα; Σε κάθε γωνία, η απειλή του άγνωστου. Στα Εξάρχεια που διασχίσαμε για να φτάσουμε στο περίπτερο, είδαμε ξαφνικά ανθρώπους να τσακώνονται για ένα μπουκάλι νερό. «Ήμασταν πάντα έτοιμοι για το κακό, κύριοι;» ρώτησα τον εαυτό μου μέσα από το τρέμουλο.
Στο περίπτερο, η κυρία Ελένη προσπαθούσε να κρατήσει τάξη: «Ένας ένας, παιδιά, όλοι θα πάρουμε». Μα το χέρι μου έτρεμε όταν της έδωσα τα λίγα τελευταία ευρώ που είχα. Επέστρεψα φορτωμένος νερό και ενοχές – γύρισα σπίτι με λύπη κι ανακούφιση, μα και ντροπή γι’ αυτούς που δεν μπόρεσα να βοηθήσω.
Μέσα σε εκείνες τις ώρες, τρέξαμε όλοι μας: οι μαμάδες έγιναν φρουροί, οι πατεράδες αναγκάστηκαν να δείξουν δύναμη για την οποία δεν είχαν ετοιμαστεί. Ακόμη κι εγώ – ονειρευόμουν να γίνω ήρωας σε μια άγνωστη χώρα, αλλά εκείνη η νύχτα με έφερε αντιμέτωπο με το αληθινό βάρος της ευθύνης: δεν υπάρχει κανένας «άλλος» που θα μας σώσει, παρά μόνο εμείς οι ίδιοι.-
Το ξημέρωμα, το φως επέστρεψε δειλά. Οι γείτονες είχαν αλλάξει – δεν υπήρχε πια ευκολία στα χαμόγελα, αλλά μάτια κουρασμένα, στοχαστικά. Η μητέρα μου με αγκάλιασε. «Συγγνώμη αν φοβήθηκα, Γιάννη. Νόμιζα πως έπρεπε να τα ξέρω όλα, να έχω πάντα μια λύση.» Έκλαψα αγκαλιά της. «Κανένας δεν τα έχει όλα υπό έλεγχο, μαμά. Νομίζω τελικά αυτό με κάνει πιο άνθρωπο.» Ο πατέρας μου ήρθε, κάθισε δίπλα μας. «Θαύμασα πόσο άντεξες, Γιάννη. Ξέρεις κάτι; Νόμιζα πως ήσουν ακόμα παιδί». «Ίσως ήμουν. Τι σημαίνει τελικά να ‘σαι μεγάλος; Να κάνεις πως δεν φοβάσαι;»
Εκείνο το βράδυ, ένιωσα πως έχασα για πάντα την αθωότητα και την πίστη ότι πάντα κάποιος άλλος θα με προστατεύσει. Ένιωσα το βάρος της ευθύνης, τον τρόμο της αδυναμίας, αλλά και μια αληθινή, παράξενη περηφάνια πως παρά τον πανικό, βρήκα τη δύναμη να κάνω αυτό που έπρεπε. Μήπως τελικά δεν ξέρουμε ποτέ τη δύναμή μας πριν βγούμε στο σκοτάδι; Έχει άραγε αξία να αναζητάμε την ασφάλεια όταν αυτή μπορεί να χαθεί μέσα σε μια μόνο νύχτα;