«Δεν είσαι πια η γυναίκα που παντρεύτηκα» μου είπε ο άντρας μου, τη στιγμή που είχα φτάσει στα όριά μου
«Άμα είναι να γυρνάω σπίτι και να σε βλέπω συνέχεια με τα μούτρα κάτω, να μου το πεις να ξέρω τι κάνω». Αυτό μου είπε ο άντρας μου στην κουζίνα, ενώ εγώ έβγαζα από την τσάντα μου συνταγές του ΕΟΠΥΥ, αποδείξεις από φαρμακείο και κάτι ψώνια από τον Σκλαβενίτη που είχα προλάβει να πάρω στο τρέξιμο.
Τον κοίταξα και του είπα «ξέρεις πολύ καλά τι κάνω όλη μέρα». Και μου απάντησε «όλοι έχουμε προβλήματα, δεν τα φορτώνουμε στους άλλους κάθε βράδυ».
Εκείνη την ώρα πραγματικά ένιωσα να αδειάζω. Όχι τόσο από τα λόγια του, όσο από το ότι κατάλαβα πως εδώ και καιρό μέσα στο ίδιο σπίτι εγώ είχα γίνει κάτι σαν υπηρεσία. Μια που δουλεύει, θυμάται, πληρώνει, φροντίζει, αντέχει. Όχι άνθρωπος.
Το θέμα είναι ότι αν τα πω όλα, δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται.
Εδώ και σχεδόν έναν χρόνο, η μητέρα μου δεν είναι καλά. Ξεκίνησε με ζαλάδες, μετά εξετάσεις, νοσοκομείο, ραντεβού σε δημόσιο και ιδιώτες γιατί στα δημόσια περιμέναμε εβδομάδες, μετά φυσικοθεραπείες. Ο πατέρας μου μεγάλος άνθρωπος, αλλά από εκείνους που μια ζωή δεν έμαθαν ούτε πού είναι οι πετσέτες στην κουζίνα. Την αγαπάει, δεν λέω, αλλά στην πράξη αν δεν πάω εγώ, χάνονται.
Εγώ δουλεύω σε γραφείο σε εταιρεία logistics στον Ρέντη. Όχι κανένα μεγάλο μισθό. Αλλά σταθερός. Το πρωί δουλειά, σχόλασμα, μετά στους γονείς μου στο Περιστέρι, μετά σπίτι μας στο Αιγάλεω. Στο ενδιάμεσο τηλεφωνήματα, γιατροί, ΚΕΠ για ένα χαρτί, ΗΔΙΚΑ για συνταγογράφηση, λογαριασμοί, σούπερ μάρκετ, και στο τέλος να ακούω ότι «δεν έχω πια διάθεση για τίποτα».
Και ναι, δεν είχα. Ούτε για κουβέντα, ούτε για έξοδο, ούτε για σεξ, ούτε για τίποτα. Έμπαινα σπίτι και ήθελα απλώς να μη μου ζητήσει κανείς άλλο κάτι.
Από την άλλη όμως, ο άντρας μου δεν τα έλεγε τελείως από κακία. Αυτό το παραδέχομαι. Γιατί κι εγώ είχα αρχίσει να μη λέω, να ξεσπάω. Δεν του έλεγα «δεν αντέχω, βοήθα με έτσι συγκεκριμένα». Περίμενα να το καταλάβει μόνος του. Και όταν δεν το καταλάβαινε, μάζευα νεύρα.
Μια μέρα μου είπε «να πάμε κάπου ένα Σαββατοκύριακο, έχουμε μήνες να βγούμε από την Αθήνα». Και του απάντησα απότομα «εσύ να πας, εγώ έχω ανθρώπους, δεν είμαι ελεύθερη». Το είπα και το μετάνιωσα, γιατί ακούστηκε σαν να είναι βάρος κι αυτός. Δεν εννοούσα αυτό. Αλλά κάπως έτσι τον έσπρωχνα κι εγώ απέναντι.
Το χειρότερο ήρθε όταν έμαθα ότι είχε αρχίσει να τρώει αρκετά βράδια στη μητέρα του μετά τη δουλειά και δεν μου το έλεγε. Δεν μιλάω για απλό φαγητό. Μιλάω ότι καθόταν εκεί, της έλεγε τα δικά μας και γύριζε σπίτι πιο αργά. Το έμαθα τυχαία, γιατί πήρα τηλέφωνο και άκουσα πίσω τη φωνή της.
Όταν τον ρώτησα, μου είπε «ναι, πάω, γιατί εκεί τουλάχιστον κάποιος με ρωτάει πώς είμαι». Αυτή η φράση με χτύπησε άσχημα. Και θύμωσα και ντράπηκα μαζί. Γιατί από τη μία ένιωσα προδοσία. Από την άλλη ήξερα ότι είχε δίκιο σε κάτι: είχα πάψει να τον βλέπω σαν άνθρωπο κι εγώ. Τον έβλεπα σαν άλλον έναν που ζητάει από μένα.
Μετά έγινε ο μεγάλος καβγάς. Η αφορμή ήταν γελοία. Ένας λογαριασμός της ΔΕΗ που ξέχασα να πληρώσω και μπήκε προσαύξηση. Μου είπε «δεν γίνεται να τα ελέγχεις όλα και τελικά να τα κάνεις θάλασσα». Και του φώναξα «τότε κάν’ τα εσύ». Μου είπε «πες μου τι να κάνω». Και του απάντησα «αν πρέπει να σου τα λέω όλα σαν παιδί, άστο». Εκεί έγινε χαμός.
Μου είπε ότι τον έχω βγάλει άχρηστο χωρίς να του δίνω χώρο. Ότι όποτε πάει να βοηθήσει, του λέω πως δεν το κάνει σωστά. Ότι αποφασίζω μόνη μου για τους γονείς μου, για τα λεφτά που δίνουμε, για το πότε θα πάμε, τι θα κάνουμε, και μετά παρουσιάζω τον εαυτό μου σαν μάρτυρα. Πραγματικά με εξόργισε όταν το είπε, αλλά αν είμαι ειλικρινής, δεν ήταν ψέμα.
Γιατί υπήρχε και κάτι που δεν του είχα πει. Εδώ και μήνες έδινα κρυφά λεφτά στους γονείς μου από τις οικονομίες που είχαμε στην άκρη. Όχι τεράστια ποσά, αλλά αρκετά ώστε να φανούν. Φάρμακα, εξετάσεις, κάτι οφειλές κοινοχρήστων που είχαν μείνει. Το έκανα γιατί ντρεπόμουν να του ζητάω συνέχεια και γιατί ήξερα ότι θα αγχωθεί. Όταν το κατάλαβε από τον λογαριασμό, ένιωσε ότι τον κορόιδευα.
Και είχε δίκιο να νιώσει έτσι. Αλλά κι εγώ δεν το έκανα για να του πάρω κάτι. Το έκανα γιατί είχα μπει σε μια λογική ότι αν δεν τα σηκώσω όλα εγώ, θα καταρρεύσουν οι πάντες. Οι γονείς μου, το σπίτι, η δουλειά, ο γάμος. Και τελικά άρχισα να καταρρέω εγώ.
Τις τελευταίες μέρες μιλάμε πιο ήρεμα, αλλά όχι καλά. Μου είπε να βάλουμε κάτω τι μπορούμε να κάνουμε πρακτικά: να αναλάβει εκείνος κάποιες δουλειές σταθερά, να μπει μια τάξη στα οικονομικά, να ζητήσουμε και από τον αδερφό μου πιο ουσιαστική βοήθεια αντί να τον δικαιολογώ πάντα επειδή «έχει παιδιά και τρέχει». Εγώ πάλι του είπα ότι δεν αντέχω άλλο να ακούω πως επειδή δεν χαμογελάω είμαι προβληματική σύζυγος. Ότι χρειάζομαι να με βλέπει λίγο και σαν άνθρωπο, όχι μόνο σαν ρόλο.
Δεν ξέρω αν αυτό που χάλασε φτιάχνεται εύκολα. Δεν ξέρω καν αν χάλασε τώρα ή καιρό πριν και απλώς τώρα φάνηκε. Ξέρω μόνο ότι κάπου στην προσπάθεια να είμαι καλή κόρη, σωστή σύζυγος και υπεύθυνη σε όλα, έχασα την αίσθηση ότι κάποιος με βλέπει πραγματικά. Και μάλλον την έχασα και για τον άνθρωπό μου.
Εσείς τι λέτε; Από ποιο σημείο και μετά ο συμβιβασμός παύει να είναι αγάπη και γίνεται αυτοκαταστροφή;