«Μου είπαν “χωρίς εσένα θα διαλυθούμε” — κι εγώ κατάλαβα ότι είχα χαθεί μέσα στις ανάγκες όλων των άλλων»
«Αν φύγεις τώρα, τελειώσαμε. Και με εμένα και με τη μάνα σου να το ξέρεις.» Αυτό μου είπε ο άντρας μου στην κουζίνα, χαμηλόφωνα για να μην ακούσει ο γιος μας από το διπλανό δωμάτιο. Και το χειρότερο δεν ήταν η φράση. Ήταν ότι εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα καν πού ανήκω πια.
Όλα έγιναν πριν από τρεις βδομάδες, όταν πήγα στην τράπεζα να δω έναν λογαριασμό που είχα χρόνια. Δεν μιλάμε για τίποτα σπουδαίο, κάτι λεφτά που έβαζα σιγά σιγά από δώρα, από κάτι υπερωρίες παλιά, από κάτι μικρές δουλειές που έκανα από το σπίτι. Τα είχα στο μυαλό μου σαν μια μικρή ασφάλεια. Όχι για να κρυφτώ από κανέναν, αλλά για να ξέρω ότι αν γίνει κάτι, αν χρειαστεί να νοικιάσω ένα σπίτι για λίγο, αν πάθει κάτι η μάνα μου, αν μείνω χωρίς δουλειά, δεν θα είμαι τελείως στον αέρα.
Η υπάλληλος με κοιτάει και μου λέει: «Ο λογαριασμός έχει σχεδόν μηδενιστεί.» Νόμιζα ότι έκανε λάθος. Της λέω «αποκλείεται». Μου έδειξε τις κινήσεις. Αναλήψεις, μεταφορές μέσω e-banking, σε δόσεις. Από το κινητό του άντρα μου, γιατί παλιά, μέσα στην καλή χαρά και την εμπιστοσύνη, είχαμε βάλει και τα δικά μου στοιχεία στην εφαρμογή όταν πληρώναμε ΕΝΦΙΑ, ΔΕΗ, τέτοια.
Γύρισα σπίτι και δεν φώναξα αμέσως. Αυτό ίσως ήταν το λάθος μου. Έκατσα, έβαλα φακές στα παιδιά, πήγα τη μάνα μου τα φάρμακά της, γιατί μετά το χειρουργείο στο ισχίο δεν μπορεί καλά μόνη της, και το βράδυ του λέω: «Θέλω να μου πεις τώρα γιατί πήρες λεφτά από τον λογαριασμό μου.»
Δεν το αρνήθηκε. Μου λέει: «Γιατί αν δεν τα έπαιρνα, θα μας έπαιρναν το αμάξι.»
Έχουμε ένα δάνειο που είχε μείνει πίσω και κάτι κάρτες. Το ήξερα ότι ζοριζόμασταν. Δεν ήξερα όμως πόσο. Εκεί άρχισε να βγαίνει ένα άλλο πράγμα που δεν είχα δει ή δεν ήθελα να δω. Είχε σταματήσει εδώ και μήνες να πληρώνει κανονικά κάποιες δόσεις. Μου έλεγε «τακτοποιήθηκαν». Δεν είχαν τακτοποιηθεί.
Του λέω: «Και δεν μου είπες τίποτα;»
Και μου απαντάει: «Πότε να σου πω; Όταν τρέχεις κάθε μέρα στη μάνα σου; Όταν ό,τι βγάζουμε φεύγει εκεί;»
Εκεί θόλωσα. Γιατί ναι, βοηθάω τη μάνα μου. Της πληρώνω καμιά φορά το σούπερ μάρκετ, της πήραμε φυσικοθεραπείες που δεν κάλυπτε όλες ο ΕΟΠΥΥ, τρέχω σε γιατρούς, σε ΚΕΠ, σε συνταγές. Ο αδερφός μου είναι στη Λάρισα και έρχεται όποτε μπορεί, αλλά το βάρος έχει πέσει σε μένα. Και ναι, ίσως δεν έβλεπα πόσο είχε βαρύνει το σπίτι μου αυτό.
Του είπα: «Δεν σου έδωσα ποτέ το δικαίωμα να αγγίξεις αυτά τα λεφτά χωρίς να μου το πεις.»
Και μου λέει: «Ούτε εσύ μου είπες ποτέ ότι κρατάς λεφτά στην άκρη για να μπορείς να φύγεις άμα στραβώσει.»
Αυτό με χτύπησε πιο πολύ απ’ όλα, γιατί ήταν αλήθεια. Δεν του είχα πει ποτέ πώς το σκεφτόμουν. Όχι επειδή είχα αποφασίσει να φύγω, αλλά επειδή τελευταία ένιωθα ότι όλη μου η ζωή είναι “να αντέξω λίγο ακόμα”. Δουλειά part-time σε φροντιστήριο, σπίτι, παιδί, μάνα, λογαριασμοί, και ένας άντρας που όλο έλεγε «μην αγχώνεσαι, θα το φτιάξω». Εγώ δεν ήθελα άλλο να ακούω «θα».
Μετά μπήκε στη μέση και η αδερφή του. Κλασικά όχι επειδή την φώναξα εγώ. Την πήρε μόνος του. Μου λέει εκείνη: «Δεν είναι και κλοπή, οικογένεια είστε.» Της απάντησα: «Οικογένεια είμαστε και με τη μάνα μου, να την αφήσω;» Και μου πέταξε το άλλο το ωραίο: «Έχεις γίνει περισσότερο κόρη παρά γυναίκα και μάνα.»
Από τότε το σπίτι είναι ηλεκτρισμένο. Ο άντρας μου μια παγώνει, μια μαλακώνει. Μια λέει «έκανα βλακεία, φοβήθηκα και το έκρυψα», μια λέει «αν δεν σε μοιραζόμουν με όλους, δεν θα έφτανα εκεί». Εγώ μια νιώθω ότι με πρόδωσε κανονικά, μια σκέφτομαι ότι ίσως τον άφησα μήνες να βουλιάζει μόνος του επειδή είχα μπει τόσο βαθιά στο πρόγραμμα της μάνας μου που δεν σήκωνα κεφάλι να δω τι γίνεται δίπλα μου.
Και δεν είναι ότι είμαι καμιά άγια. Εγώ ήμουν αυτή που έλεγα συνέχεια «άστο, θα το κάνω εγώ», «δεν εμπιστεύομαι κανέναν με τη μάνα μου», «ο αδερφός μου δεν ξέρει», «ο άντρας μου δεν έχει υπομονή». Τα έπαιρνα όλα πάνω μου και μετά θύμωνα που κανείς δεν με καταλαβαίνει. Αλλά από την άλλη, όταν έβλεπα ότι δεν γίνονται σωστά, πάλι εγώ έτρεχα.
Το χειρότερο ήρθε όταν η μάνα μου, χωρίς να ξέρει όλη την ιστορία, μου είπε: «Μην αφήσεις το σπίτι σου για μένα.» Και μετά από λίγο: «Αλλά αν δεν έρχεσαι εσύ, ποιος θα έρχεται;» Αυτό είναι όλο το πρόβλημα σε δύο προτάσεις.
Την περασμένη Κυριακή είπα στον άντρα μου ότι θέλω να κλείσουμε ραντεβού με λογιστή ή κάποιον να δούμε ακριβώς τι χρωστάμε, τι πληρώνουμε, τι γίνεται. Και επίσης να βγάλει το κινητό και τους κωδικούς μου από παντού. Δεν τσακώθηκε. Μόνο μου είπε: «Κάν’ το. Αλλά αν συνεχίσουμε έτσι, εγώ δεν αντέχω άλλο να είμαι τελευταίος στη ζωή σου.»
Δεν ξέρω αν το είπε για να με πονέσει ή αν έτσι νιώθει πραγματικά. Ξέρω μόνο ότι εγώ τελευταία νιώθω τελευταία στη δική μου ζωή. Σαν να πρέπει συνέχεια να σώζω καταστάσεις και στο τέλος να μην έχω μείνει πουθενά ολόκληρη.
Δεν έχω αποφασίσει τι θα κάνω. Δεν θέλω να διαλύσω το σπίτι μου, αλλά δεν μπορώ και να κάνω ότι δεν έγινε τίποτα. Και δεν μπορώ άλλο να ζω μόνο από καθήκον, ούτε απέναντι στη μάνα μου ούτε απέναντι στον άντρα μου.
Εσείς πείτε μου: από ποιο σημείο και μετά η φροντίδα για τους άλλους γίνεται προδοσία προς τον εαυτό σου; Και μετά από τέτοια κρυψίματα, ξαναχτίζεται η εμπιστοσύνη ή όχι;