«Δεν είμαι ΑΤΜ ούτε αόρατη»: Έφυγα από το σπίτι μου όταν κατάλαβα πως στήριζα τους πάντες, αλλά κανείς δεν έβλεπε εμένα

«Πάλι άφησες τον λογαριασμό της ΔΕΗ για μένα;» του είπα, και ούτε καν γύρισε να με κοιτάξει. Μόνο είπε «αφού εσύ πληρώνεσαι την Παρασκευή, τι να κάνω;».

Εκείνη τη στιγμή κάτι έσπασε μέσα μου. Όχι μόνο για τον λογαριασμό. Για όλα.

Εδώ και ενάμιση χρόνο ο άντρας μου είναι άνεργος. Δούλευε σε μια μικρή εμπορική επιχείρηση στον Πειραιά και τον απέλυσαν όταν άρχισαν οι περικοπές. Στην αρχή τον λυπήθηκα πραγματικά. Έτρεξε στον ΟΑΕΔ, έστελνε βιογραφικά, έκανε κάποιες συζητήσεις. Δεν λέω ψέματα, προσπάθησε. Αλλά μετά από μερικούς μήνες σαν να τα παράτησε. Άρχισε το «δεν έχει δουλειές», «όλα με γνωστό πάνε», «είμαι μεγάλος τώρα, ποιος θα με πάρει;».

Κι εγώ meanwhile δούλευα κανονικά σε φαρμακείο, 8ωρο που συχνά γινόταν 10ωρο, όρθια όλη μέρα. Πλήρωνα ενοίκιο, σούπερ μάρκετ, ρεύμα, ίντερνετ, κοινόχρηστα, μέχρι και τα ψιλά για τις κάρτες στο κινητό. Και μαζί μ’ αυτά, είχα και την κόρη του από τον πρώτο του γάμο, που μένει μαζί μας τον περισσότερο καιρό από τότε που η μητέρα της έφυγε για δουλειά σε νησί.

Με το παιδί δεν είχα ποτέ θέμα σαν άνθρωπο. Ίσα ίσα. Το πρόβλημά μου ήταν ότι όλοι θεωρούσαν αυτονόητο πως εγώ θα καλύψω τα πάντα. Φροντιστήριο, ρούχα, χαρτζιλίκι, να έχει γεμάτο ψυγείο, να βρω χρόνο να μαγειρέψω. Αν έλεγα κάτι, άκουγα «παιδί είναι». Ναι, παιδί είναι. Εγώ τι είμαι;

Το χειρότερο δεν ήταν καν τα λεφτά. Ήταν ότι ένιωθα αόρατη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Γύριζα κουρασμένη και έβλεπα πιάτα στον νεροχύτη, σακούλες από delivery στο τραπέζι, πετσέτες πεταμένες στο μπάνιο. Αν έλεγα «λίγη βοήθεια θέλω», ο άντρας μου θιγόταν. «Δηλαδή δεν κάνω τίποτα;» μου έλεγε. Η κόρη του κλεινόταν στο δωμάτιό της και έκανε πως δεν ακούει.

Να πω όμως και το δικό μου λάθος. Δεν μιλούσα όταν έπρεπε. Μάζευα, μάζευα, μάζευα και μετά έσκαγα άσχημα. Επίσης, από ενοχή ίσως, επειδή δεν είμαι η μητέρα της μικρής, έκανα παραπάνω απ’ όσα άντεχα για να μη φανώ «κακιά». Έλεγα ναι σε όλα και μετά μέσα μου τους χρέωνα τα πάντα.

Το τελικό έγινε πριν από δύο μήνες. Είχα μόλις πληρώσει το ενοίκιο και είχε μείνει στην άκρη ένα μικρό ποσό για να βγάλουμε τον μήνα. Μπαίνω στο e-banking να δω τι έχει μείνει και βλέπω ότι είχαν φύγει λεφτά από τον λογαριασμό. Δεν ήταν πολλά, αλλά για μένα ήταν πολλά. Τον ρώτησα και μου είπε χαλαρά «πήρα αθλητικά για τη μικρή γιατί ντρεπόταν να πάει έτσι στο σχολείο».

Του λέω «και δεν μπορούσες να μου το πεις;». Και μου απαντάει «αν σου το έλεγα, θα έλεγες όχι».

Εκεί εξερράγην. «Δεν είναι ότι θα έλεγα όχι, είναι ότι δεν μπορείς να ανοίγεις τον λογαριασμό μου και να αποφασίζεις μόνος σου. Δεν είμαι ούτε πορτοφόλι σου ούτε μάνα όλων εδώ μέσα». Η κόρη του άκουσε τη φασαρία και βγήκε κλαίγοντας. Μου είπε «δηλαδή σου πέφτω βάρος;». Και εκεί ένιωσα το χειρότερο άτομο του κόσμου, γιατί δεν έφταιγε αυτή να ακούει τέτοια.

Ο άντρας μου τότε μου είπε κάτι που δεν το ξεχνάω: «Αφού τα μετράς όλα τόσο, ίσως να μην ήθελες ποτέ πραγματικά οικογένεια».

Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό με αποτελείωσε. Γιατί ήθελα οικογένεια. Απλά όχι να είμαι μόνη μου μέσα σε αυτήν.

Το ίδιο βράδυ πήρα μια τσάντα και πήγα στη μητέρα μου στο Περιστέρι. Δεν έφυγα με θεατρικό τρόπο. Του έστειλα μόνο μήνυμα: «Δεν αντέχω άλλο να σας κρατάω όλους και να μην με κρατάει κανείς».

Τις πρώτες μέρες δεν με πήρε καν. Αυτό με πλήγωσε πολύ. Μετά έστειλε μηνύματα του τύπου «όποτε ηρεμήσεις, μιλάμε». Εγώ πείσμωσα. Μετά από μία εβδομάδα με πήρε η κόρη του. Μου είπε σιγανά «το σπίτι είναι χάλια και ο μπαμπάς όλο νεύρα. Δεν ήξερα ότι έκανες τόσα πολλά».

Εκεί έκλαψα. Όχι από δικαίωση. Από κούραση.

Πέρασαν περίπου τρεις εβδομάδες. Έμαθα από την αδερφή του ότι δανείστηκε από τον πατέρα του για να πληρώσει λογαριασμούς. Τότε μάλλον κατάλαβε λίγο τι σήμαινε όλο αυτό που κουβαλούσα. Με πήρε και πρώτη φορά δεν ήταν αμυντικός. Μου είπε «έχεις δίκιο σε περισσότερα απ’ όσα ήθελα να παραδεχτώ. Αλλά κι εσύ δεν μου είπες ποτέ πόσο πνιγμένη ήσουν. Μιλούσες μόνο όταν έσκαγες».

Είχε δίκιο και αυτό με θύμωσε ακόμα πιο πολύ, γιατί ήταν αλήθεια.

Συναντηθήκαμε μετά από λίγες μέρες σε μια καφετέρια, όχι σπίτι. Μιλήσαμε ίσως πρώτη φορά κανονικά. Μου είπε ότι ντρεπόταν που δεν δούλευε και ότι είχε αρχίσει να αποφεύγει και μένα και τις ευθύνες γιατί ένιωθε αποτυχημένος. Δεν το λέω για να τον δικαιολογήσω. Αλλά εξήγησε κάποια πράγματα. Εγώ του είπα καθαρά ότι δεν γυρίζω αν δεν μπουν όρια. Κοινός λογαριασμός μόνο για κοινά έξοδα, καμία κίνηση χωρίς συζήτηση, δουλειές στο σπίτι μοιρασμένες, και να ψάξει σοβαρά δουλειά, όχι «θα δω».

Τον τελευταίο μήνα έχει πιάσει δουλειά δοκιμαστικά σε αποθήκη σε εταιρεία courier. Δεν είναι μόνιμο, ούτε κάτι σπουδαίο, αλλά είναι μια αρχή. Εγώ δεν γύρισα αμέσως. Πήγαινα, έμενα καμιά φορά, ξανάφευγα. Και η κόρη του έχει αλλάξει στάση, ίσως γιατί κατάλαβε ότι δεν ήμουν δεδομένη. Κι εγώ όμως κατάλαβα ότι είχα αφήσει τον εαυτό μου να γίνει κάτι σαν μηχανή που πληρώνει, φροντίζει και μετά περιμένει οι άλλοι να καταλάβουν μόνοι τους.

Τώρα προσπαθούμε ξανά, αλλά όχι σαν να μην έγινε τίποτα. Με άλλους όρους. Δεν ξέρω αν θα πετύχει. Ξέρω μόνο ότι αν είχα μείνει όπως ήμουν, θα είχα χαθεί τελείως μέσα σε ένα σπίτι που θεωρητικά ήταν και δικό μου.

Μήπως άργησα πολύ να φύγω για να με πάρουν στα σοβαρά; Εσείς θα γυρίζατε πίσω μετά από κάτι τέτοιο ή όχι;