«Άνοιξα το σπίτι μου για να βοηθήσω και τώρα νιώθω ξένη μέσα στο ίδιο μου το σαλόνι»
«Δηλαδή θέλεις να φύγω;» μου είπε η πεθερά μου μέσα στην κουζίνα, με το φλιτζάνι στο χέρι, και εκείνη τη στιγμή πάγωσα. Γιατί η αλήθεια είναι ότι αυτό σκεφτόμουν, αλλά δεν τολμούσα να το πω έτσι ξεκάθαρα.
Όλο ξεκίνησε πριν από τρεις μήνες, όταν έσπασε το ισχίο της και βγήκε από το νοσοκομείο. Μένει μόνη της σε ένα χωριό έξω από τη Λαμία, σε παλιό σπίτι με σκαλιά, και ο γιατρός είχε πει ότι για λίγο δεν γινόταν να μείνει εκεί. Ο άντρας μου είπε «να έρθει σε εμάς για καμιά δεκαριά μέρες, μέχρι να δυναμώσει». Κι εγώ τότε είπα αμέσως ναι. Πρώτον γιατί το θεωρούσα ανθρώπινο. Δεύτερον γιατί και η δική μου μάνα, αν ήταν στη θέση της, θα ήθελα να τη φροντίσουν. Και τρίτον γιατί πίστευα πραγματικά ότι θα ήταν προσωρινό.
Μόνο που οι δέκα μέρες έγιναν τρεις μήνες και δεν φαίνεται φως.
Μένουμε σε διαμέρισμα 78 τετραγωνικά στο Περιστέρι. Δύο υπνοδωμάτια, ένα παιδικό για την κόρη μας, κι εμείς στο άλλο. Η πεθερά μου κοιμάται στο σαλόνι, που πρακτικά έχει πάψει να είναι σαλόνι. Η τηλεόραση ανοιχτή από το πρωί, τα φάρμακα πάνω στο τραπεζάκι, φυσικοθεραπείες, πάνες στην αρχή, μετά το πι, μετά επισκέψεις από θείες και γειτόνισσες λες και ανοίξαμε κέντρο ημέρας.
Δεν είναι κακός άνθρωπος. Ούτε αχάριστη. Έχει περάσει δύσκολα, είναι χήρα χρόνια, έχει μάθει αλλιώς. Αλλά έχει έναν τρόπο να απλώνεται παντού. Να ρωτάει τα πάντα. «Πού πήγες;», «τι ώρα θα γυρίσεις;», «γιατί παραγγείλατε απ’ έξω ενώ έχει φακές;», «το παιδί πολύ κινητό κρατάει», «εσύ κουράζεσαι αλλά και η δουλειά γραφείου δεν είναι χωράφι». Στην αρχή έλεγα δεν πειράζει, μεγάλη γυναίκα είναι. Μετά άρχισα να γυρνάω από τη δουλειά και να μένω δέκα λεπτά κάτω στο αμάξι μόνο και μόνο για να μην ανέβω αμέσως.
Ο άντρας μου το βλέπει αλλιώς. «Μάνα μου είναι, τι να την κάνω;» μου λέει. Και έχει δίκιο μέχρι ένα σημείο. Αλλά όταν του λέω ότι έχω φτάσει να ντύνομαι στο μπάνιο για να μην περάσω από το σαλόνι, μου απαντάει «υπερβάλλεις». Εκεί τσακωνόμαστε. Γιατί εγώ ίσως υπερβάλλω, αλλά εκείνος λείπει όλη μέρα. Δουλεύει σε συνεργείο στον Ασπρόπυργο, φεύγει νωρίς, γυρνάει αργά. Το μεγαλύτερο βάρος το έχω εγώ, που δουλεύω part time σε φαρμακείο και μετά τρέχω σπίτι, παιδί, μαγείρεμα, γιατρούς, συνταγές στον ΕΟΠΥΥ, φυσικοθεραπευτή.
Και ναι, θα το πω και ας ακουστώ κακιά. Δεν ήταν όλα ανάγκη. Κάποια πράγματα τα άφησα να ξεφύγουν. Από ενοχή. Για να μη φανώ η «κακή νύφη». Όταν άρχισε να μπαίνει στην κουζίνα και να αλλάζει πού έχω τα πράγματα, δεν είπα τίποτα. Όταν άρχισε να δίνει οδηγίες στην κόρη μου για το διάβασμα και να της λέει «η μαμά σου σε χαϊδεύει πολύ», πάλι δεν είπα τίποτα. Όταν άκουσα να λέει στο τηλέφωνο στη συγγένεια «εγώ εδώ τα προσέχω όλα γιατί τα παιδιά τρέχουν», πάλι κατάπια τη γλώσσα μου.
Το χειρότερο το έμαθα πριν δύο εβδομάδες. Η κουνιάδα μου μου πέταξε σε μια κουβέντα ότι «εντάξει, αφού βολεύτηκε η μαμά σε εσάς, μάλλον θα μείνει Αθήνα πια». Την κοιτούσα. Της λέω «τι εννοείς θα μείνει;». Και μου λέει «δεν σας το είπε; Το σπίτι στο χωριό θέλει πολλά, δεν ανεβοκατεβαίνεται, και ο αδελφός μου είπε να το δούμε πιο μόνιμα». Εγώ δεν ήξερα τίποτα.
Το ίδιο βράδυ έγινε χαμός. Του λέω «συζητάς για μόνιμη εγκατάσταση της μάνας σου στο σπίτι μας και δεν μου λες τίποτα;». Και μου λέει «δεν αποφάσισα, κουβέντα έκανα». Του λέω «κουβέντα για το σπίτι μας χωρίς εμένα;». Μου είπε ότι φοβόταν την αντίδρασή μου. Κι εγώ του είπα ότι ακριβώς γι’ αυτό έπρεπε να μου το πει νωρίς. Μετά μπήκε κι η πεθερά μου στη μέση, γιατί τα άκουσε όλα. Και εκεί πέταξε το «δηλαδή θέλεις να φύγω;».
Δεν της είπα ναι. Της είπα «θέλω να ξέρω μέχρι πότε είναι αυτό, γιατί δεν αντέχω άλλο έτσι». Εκείνη έβαλε τα κλάματα. Είπε ότι νιώθει βάρος, ότι στο δικό της σπίτι φοβάται να πέσει και να μην τη βρει άνθρωπος, ότι εδώ τουλάχιστον ακούει φωνές και έχει το εγγόνι της. Και εκεί κόλλησα. Γιατί τη λυπήθηκα αληθινά.
Μετά όμως είπε και κάτι που με πείραξε πολύ. «Εγώ για όλους έδωσα τη ζωή μου, τώρα σας στενεύω;» Αυτό το «έδωσα τη ζωή μου» με χτύπησε άσχημα, γιατί ξαφνικά ένιωσα ότι αν ζητήσω όριο, είμαι αχάριστη απέναντι σε όλη την προηγούμενη ζωή της.
Από τότε το σπίτι είναι παγωμένο. Ο άντρας μου μου μιλάει τυπικά. Η πεθερά μου κι άλλοτε είναι γλυκιά κι άλλοτε πετάει σπόντες τύπου «μην ανησυχείς, δεν θα σου φάω τον χώρο». Η κόρη μου με ρώτησε χτες «η γιαγιά θα μείνει για πάντα μαζί μας;» και δεν ήξερα τι να απαντήσω.
Έχουμε δει και λύσεις, αλλά καμία δεν είναι απλή. Να πάει σε βοήθεια στο σπίτι στον δήμο; Έχει αναμονές. Να βρούμε γυναίκα να τη βοηθάει στο χωριό; Θέλει λεφτά που δεν περισσεύουν. Να νοικιάσουμε κάτι μικρό κοντά μας; Με τα ενοίκια που έχουν ανέβει, αστείο. Να συνεχίσει μαζί μας; Εγώ ήδη νιώθω ότι δεν έχω ούτε γωνία να καθίσω χωρίς να δώσω λογαριασμό.
Το ξέρω ότι κι εγώ φταίω. Δεν μίλησα όταν έπρεπε, τα κράτησα, τα μάζεψα όλα μέσα μου και τώρα βγαίνουν απότομα. Ίσως κι εκείνη να μην κατάλαβε ποτέ πόσο με πιέζει. Ίσως κι ο άντρας μου να είναι στη μέση και να μη ξέρει πώς να μη πληγώσει ούτε τη μάνα του ούτε εμένα. Αλλά εγώ αυτή τη στιγμή νιώθω ότι χάθηκα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Δεν λέω να πεταχτεί ένας άνθρωπος που έχει ανάγκη. Αλλά πότε η βοήθεια σταματάει να είναι φροντίδα και γίνεται παραβίαση της ζωής σου; Εσείς θα βάζατε όριο ή θα το πηγαίνατε όσο αντέχατε;