«Δεν μπορώ άλλο να σε σηκώνω μόνη μου», μου είπε η κόρη μου — και εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως δεν ήμουν πια μάνα, αλλά βάρος
«Δεν μπορώ άλλο να σε σηκώνω μόνη μου». Αυτό μου είπε η κόρη μου στην κουζίνα, δίπλα στο ψυγείο, με τη σακούλα από το φαρμακείο ακόμα στο χέρι. Και το είπε έτσι, χαμηλά, όχι με νεύρα. Αυτό με πείραξε πιο πολύ.
Είμαι 68 χρονών, μένω σε διαμέρισμα τρίτου ορόφου στο Περιστέρι χωρίς ασανσέρ, και πριν από οχτώ μήνες έπαθα ένα κάταγμα στο ισχίο. Από τότε τίποτα δεν είναι εύκολο. Πήγα δημόσιο νοσοκομείο, έκανα χειρουργείο, μετά φυσικοθεραπείες όσο άντεχε η τσέπη μας και όσο έβρισκες ραντεβού. Στην αρχή όλοι έλεγαν «σιγά σιγά θα επανέλθεις». Το σιγά σιγά όμως έγινε μια μόνιμη κατάσταση.
Η κόρη μου ερχόταν κάθε μέρα μετά τη δουλειά. Σούπερ μάρκετ, μαγείρεμα, χαρτιά για τον ΕΦΚΑ, εξετάσεις, καθάρισμα, μέχρι και να με βοηθήσει να κάνω μπάνιο. Έχει και δική της οικογένεια. Άντρα, ένα παιδί γυμνάσιο, δάνειο, δουλειά σε λογιστήριο που τέτοια εποχή δεν σηκώνεις κεφάλι. Το ήξερα. Δεν ήμουν τυφλή.
Απλώς έκανα πως δεν το βλέπω.
Γιατί κι εγώ έλεγα από μέσα μου «λίγο ακόμα, να δυναμώσω, να σταθώ στα πόδια μου». Μόνο που δεν δυνάμωνα όσο υποσχόμουν. Και άρχισα να ζητάω όλο και περισσότερα. «Πέρνα και από τον φούρνο». «Πάρε μου και από το Κέντρο Υγείας να ρωτήσεις». «Μην φύγεις ακόμα, ζαλίζομαι». Μερικές φορές τη φώναζα και για πράγματα που μπορούσα να περιμένω.
Εκείνη τη μέρα μου είπε:
«Δεν είναι ότι δεν θέλω να βοηθήσω. Αλλά έχω αρχίσει και θυμώνω μαζί σου, και μετά νιώθω σκουπίδι που θυμώνω. Γυρνάω σπίτι και δεν έχω κουράγιο ούτε να μιλήσω στο παιδί μου».
Της είπα αμέσως, από πείσμα πιο πολύ:
«Ε τότε να με πας σε ένα ίδρυμα να τελειώνουμε. Αφού σου είμαι βάρος».
Γύρισε και με κοίταξε.
«Πάλι αυτό κάνεις. Μόλις σου λέω πώς νιώθω, το γυρνάς στο δράμα για να νιώσω ένοχη».
Με χτύπησε γιατί ήταν αλήθεια. Το είχα ξανακάνει. Όχι επίτηδες έτσι όπως το λένε, αλλά ναι, το έκανα. Αντί να πω «έχεις δίκιο, κουράστηκες», έλεγα «άσ’ τα, θα πεθάνω και θα ησυχάσεις». Το έλεγα και το μισό το πίστευα εκείνη την ώρα.
Μετά μου είπε κάτι που δεν ήξερα.
«Ο άντρας μου έχει αρχίσει και διαμαρτύρεται. Όχι γιατί δεν σε θέλει. Γιατί λείπω κάθε απόγευμα από το σπίτι. Το παιδί διαβάζει μόνο του, εγώ είμαι συνέχεια στον δρόμο, και τσακωνόμαστε. Και στη δουλειά μου έκαναν ήδη παρατήρηση για τις άδειες που παίρνω».
Εκεί σκέφτηκα ότι ίσως να υπερβάλλει. Μετά όμως θυμήθηκα πόσες φορές της είπα «έλα εσύ, δεν θέλω ξένους μέσα στο σπίτι». Είχα προτείνει η κοινωνική λειτουργός του δήμου να μας κατευθύνει για το πρόγραμμα “Βοήθεια στο Σπίτι” και εγώ το είχα κόψει. «Δεν θέλω να με πλένει άγνωστη», είπα. Επίσης η αδελφή μου είχε πει να κρατάει εκείνη δυο μέρες την εβδομάδα, αλλά δεν την ήθελα γιατί πάντα ανακατεύεται και μιλάει πολύ. Ήθελα μόνο την κόρη μου. Δηλαδή ήθελα τη σιγουριά μου.
Της το είπα.
«Εντάξει, δεν ήθελα άλλους. Ντρεπόμουν. Δεν ήθελα να με βλέπουν έτσι».
Και τότε μαλάκωσε.
«Το ξέρω. Αλλά κι εγώ δεν μπορώ να είμαι τα πάντα. Κόρη, νοσοκόμα, λογίστρια, μάνα, σύζυγος, οδηγός».
Καθίσαμε σιωπηλές λίγο. Μετά της είπα κάτι που δεν της είχα πει ποτέ καθαρά.
«Όταν φεύγεις και μένω μόνη, φοβάμαι. Όχι μόνο μην πέσω. Φοβάμαι ότι έτσι όπως έγινα, αν δεν μπορώ να κάνω τίποτα μόνη μου, δεν θα με αντέχετε. Ότι θα με φροντίζετε από υποχρέωση».
Δεν απάντησε αμέσως. Άφησε τη σακούλα κάτω και είπε:
«Σε φροντίζω γιατί είσαι η μάνα μου. Αλλά δεν μπορώ να το κάνω με αυτόν τον τρόπο για πάντα. Και δεν γίνεται να μετράς την αξία σου μόνο με το αν είσαι χρήσιμη».
Αυτό το τελευταίο το άκουσα, αλλά δεν ξέρω αν το κατάλαβα πλήρως. Γιατί εγώ έτσι έμαθα. Να είμαι χρήσιμη. Να μαγειρεύω, να κρατάω παιδιά, να τρέχω για όλους. Από τότε που καθηλώθηκα, έχω γίνει άλλος άνθρωπος. Και κακός άνθρωπος καμιά φορά. Μίζερη, απαιτητική, με παράπονο.
Τελικά, μέσα στην ίδια εβδομάδα, δεχτήκαμε να έρθει γυναίκα από το “Βοήθεια στο Σπίτι” δύο φορές την εβδομάδα. Η αδελφή μου έρχεται άλλη μία, αν και ακόμα με κουράζει η πολυλογία της. Η κόρη μου συνεχίζει, αλλά όχι κάθε μέρα. Στην αρχή θύμωσα. Ένιωσα ότι με «μοίρασαν». Μετά, το Σάββατο, ήρθε πιο ήρεμη, κάτσαμε και ήπιαμε καφέ χωρίς να τρέχει να σφουγγαρίζει και να βάζει πλυντήριο, και κατάλαβα κάτι.
Ίσως αυτό που με πονούσε πιο πολύ δεν ήταν ο πόνος στο πόδι ούτε η εξάρτηση. Ήταν που είχα αρχίσει να πιστεύω ότι αξίζω μόνο όταν εξυπηρετώ κάποιον. Και όταν δεν μπορώ, γίνομαι βάρος.
Ακόμα δεν το έχω ξεπεράσει. Και ακόμα, να πω την αλήθεια, μερικές στιγμές πεισμώνω και θέλω μόνο την κόρη μου. Αλλά προσπαθώ να μην την τραβάω κάτω μαζί μου.
Εσείς τι λέτε; Όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί πια να είναι «χρήσιμος» όπως πριν, αλλάζει η αξία του μέσα στην οικογένεια ή απλώς εμείς το νιώθουμε έτσι;