«Όταν ο γιος μου με ρώτησε γιατί ο παππούς και η γιαγιά δεν τον θέλουν, δεν ήξερα τι να του πω»

«Δεν θα τρέχουμε εμείς πίσω από επιλογές που δεν εγκρίναμε ποτέ». Αυτό είπε η πεθερά μου στο τηλέφωνο και ο άντρας μου έμεινε να την ακούει χωρίς να μιλάει. Εγώ ήμουν στην κουζίνα και τον έβλεπα από την πόρτα. Μόνο από το πρόσωπό του κατάλαβα ότι πάλι γυρίσαμε στο ίδιο σημείο.

Είμαστε παντρεμένοι 8 χρόνια και έχουμε έναν γιο που πάει νήπιο. Από την αρχή οι δικοί του δεν ήθελαν τον γάμο μας. Όχι γιατί τους έκανα κάτι συγκεκριμένο. Απλά δεν τους άρεσα. Εγώ ήμουν από άλλη πόλη, δούλευα τότε σε καφέ, μετά έμεινα ένα διάστημα άνεργη, δεν είχα «δικό μου σπίτι», δεν είχα και την οικογένεια που λένε κάποιοι «να σταθεί». Εκείνοι ήθελαν, όπως το έλεγαν, «κάτι πιο σίγουρο» για τον γιο τους.

Να πω όμως και το δικό μου λάθος. Στην αρχή μπήκα κι εγώ πολύ στραβά. Είχα νεύρα, ήμουν απόλυτη, και κάθε φορά που έλεγαν κάτι μισόλογο, απαντούσα ειρωνικά. Ο άντρας μου μου έλεγε «άστο να πέσει», αλλά εγώ ήθελα πάντα να έχω την τελευταία κουβέντα. Μια φορά σε τραπέζι, πριν καν παντρευτούμε, όταν ο πεθερός μου είπε «αυτά είναι παιδικά, ο γάμος θέλει βάση», του είπα μπροστά σε όλους «βάση θέλει, όχι έγκριση από επιτροπή». Από τότε χάλασαν όλα πιο πολύ.

Μετά παντρευτήκαμε στο δημαρχείο, πιο κλειστά απ’ όσο είχαμε φανταστεί, γιατί οι δικοί του έκαναν πίσω μέχρι τελευταία στιγμή. Ήρθαν, αλλά ψυχρά. Στις φωτογραφίες φαίνεται όλο. Είναι αυτοί οι άνθρωποι που στέκονται δίπλα σου αλλά είναι σαν να λείπουν.

Όταν έμεινα έγκυος, πραγματικά πίστεψα ότι θα μαλακώσουν. Και λίγο μαλάκωσαν, αλλά μόνο στα λόγια. «Ό,τι χρειαστείτε, εδώ είμαστε», έλεγαν. Στην πράξη όμως τίποτα σταθερό. Ούτε τηλέφωνο, ούτε ενδιαφέρον, ούτε να δουν το παιδί. Ζουν μισή ώρα δρόμο, όχι σε άλλη χώρα. Εμείς τρέχαμε με παιδίατρο, δουλειές, λογαριασμούς, εγώ με επιλόχειο τότε και ο άντρας μου να προσπαθεί να τα κρατήσει όλα όρθια. Κι εκείνοι το πολύ να στείλουν σε γιορτή ένα «να τον χαίρεστε».

Ο άντρας μου δεν είναι αθώος ούτε κι αυτός. Για χρόνια δεν τους έβαζε όρια. Όποτε πληγωνόταν, το κατάπινε. Μου έλεγε «έτσι είναι, μην το τραβάς». Και μετά γυρνούσε σπίτι σπασμένος. Εγώ πάλι έλεγα «ή θα είναι παππούς και γιαγιά ή τίποτα». Ίσως κι εγώ πίεζα λάθος, γιατί το έκανα πιο απόλυτο από όσο άντεχε.

Το δύσκολο άρχισε τώρα που ο μικρός μεγάλωσε και καταλαβαίνει. Βλέπει άλλα παιδάκια στο νήπιο να λένε «με πήγε ο παππούς», «ήρθε η γιαγιά», και ρωτάει. Στην αρχή το περνούσαμε. «Μένουν μακριά», «έχουν δουλειές», τέτοια. Αλλά δεν γίνεται για πάντα.

Πριν από έναν μήνα, στο προαύλιο, καθώς φεύγαμε, είδε έναν συμμαθητή του να τρέχει στην αγκαλιά των παππούδων του και μου είπε: «Εγώ γιατί δεν έχω;». Δεν μου βγήκε φωνή. Το βράδυ το είπε και στον άντρα μου. Κι εκείνος, πρώτη φορά, έκλαψε μπροστά του. Όχι έντονα, αλλά έσπασε. Και ο μικρός τρόμαξε, γιατί δεν τον έχει ξαναδεί έτσι.

Μετά από αυτό, ο άντρας μου πήρε την απόφαση να πάει από το σπίτι τους. Χωρίς φωνές, χωρίς καβγά. Πήγε Κυριακή με γλυκά από ζαχαροπλαστείο και κάθισε να μιλήσουν. Όταν γύρισε, ήταν άσπρος. Μου είπε ότι ο πεθερός μου του είπε: «Εσύ διάλεξες τον δρόμο σου. Εμείς δεν ξέρουμε να κάνουμε θέατρο». Και η πεθερά μου είπε το χειρότερο: «Δεν θα έρθουμε να δεθούμε με ένα παιδί όταν δεν νιώθουμε άνετα ούτε με το σπίτι του».

Το «σπίτι του» ήμουν εγώ, προφανώς. Αλλά αυτό που με χτύπησε πιο πολύ ήταν το «να δεθούμε με ένα παιδί». Σαν να είναι επιλογή από απόσταση. Σαν να λες θα δω αν μου ταιριάζει και μετά ίσως αγαπήσω το εγγόνι μου.

Τσακωθήκαμε άσχημα εκείνο το βράδυ με τον άντρα μου. Όχι γιατί τους δικαιολόγησε ακριβώς, αλλά γιατί είπε «δεν αλλάζουν οι άνθρωποι έτσι εύκολα» και «μην περιμένουμε από αυτούς αυτό που δεν μπορούν να δώσουν». Του είπα «δεν μιλάμε για ξένους, μιλάμε για το παιδί σου». Μου είπε «και για τους γονείς μου μιλάμε». Του είπα πάνω στα νεύρα μου «αν θέλεις να πονάς εσύ για μια ζωή, δικό σου θέμα, αλλά δεν θα το περάσει και ο μικρός αυτό». Το μετάνιωσα μόλις το είπα, γιατί τον χτύπησε εκεί που πονάει πιο πολύ.

Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ έχω κάνει πράγματα που δεν βοηθούν. Δεν τους παίρνω ποτέ εγώ τηλέφωνο πια. Σε γιορτές απαντάω τυπικά. Μία φορά που είπαν να περάσουν «για λίγο», είπα ότι δεν μας βολεύει, γιατί ήμουν ακόμα θυμωμένη από κάτι που είχαν κάνει τα Χριστούγεννα. Το ξέρω ότι έτσι τους έδωσα κι άλλο πάτημα να πουν ότι τους κρατάω μακριά. Αλλά κάθε φορά νιώθω ότι πρέπει να προστατεύσω το παιδί μου από άλλη μια ψυχρή επίσκεψη, από εκείνες που έρχονται, κάθονται 20 λεπτά, ρωτάνε «καλά είναι;» και φεύγουν σαν να πέρασαν από υποχρέωση.

Το πιο πρόσφατο ήταν προχθές. Ο άντρας μου τους πήρε να τους πει ότι ο μικρός θα έχει γιορτή στο νήπιο και αν θέλουν να έρθουν. Δεν είπε «πρέπει», ούτε «γιατί δεν έρχεστε ποτέ». Πολύ ήρεμα. Και η απάντηση ήταν: «Εμείς δεν είμαστε για δημόσιες εμφανίσεις, να πάτε εσείς οι γονείς του». Από τη μία, ναι, κανείς δεν υποχρεώνεται. Από την άλλη, πόσες φορές να ακούσει ένα παιδί «ίσως άλλη φορά»;

Τώρα ο άντρας μου είναι στη μέση και τον λυπάμαι πραγματικά. Τον βλέπω να κουβαλάει ενοχές προς όλες τις μεριές. Στο παιδί μας γιατί δεν του έδωσε αυτή τη σχέση, σε μένα γιατί με άφησε χρόνια να τρώω την απόρριψη, και στους γονείς του γιατί νομίζει ότι τους πρόδωσε. Κι εγώ είμαι θυμωμένη, αλλά δεν μπορώ να κάνω ότι δεν καταλαβαίνω πως για εκείνον δεν είναι απλό να κόψει. Είναι οι γονείς του, με όλα τους τα λάθη.

Εγώ εκεί που έχω φτάσει, σκέφτομαι να σταματήσουμε τελείως να κυνηγάμε. Αν θέλουν, ας πλησιάσουν μόνοι τους, με πράξεις όμως, όχι με ευχές σε Viber στις γιορτές. Αλλά φοβάμαι μήπως έτσι κλείσει οριστικά μια πόρτα και μια μέρα ο μικρός μας το χρεώσει.

Δεν ξέρω τελικά αν το σωστό είναι να επιμένεις για χάρη του παιδιού ή να βάζεις ένα τέλος για να μην τρώει συνέχεια αυτή την απόρριψη. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μας;