«Μου είπε “δεν πας πουθενά χωρίς να το ξέρω” — και τότε κατάλαβα ότι αν δεν έφευγα, θα χανόμουν εγώ και τα παιδιά μου»
«Αν ξαναπάς κάπου χωρίς να μου το πεις, να μην γυρίσεις σπίτι». Αυτό μου είπε ο άντρας μου στην κουζίνα, χαμηλόφωνα, για να μην ακούσουν τα παιδιά. Και το είπε τόσο ήρεμα, που νομίζω αυτό με τρόμαξε πιο πολύ.
Δεν μιλάω για ξύλο. Το λέω γιατί πάντα αυτό ρωτάνε πρώτα. «Σε χτυπούσε;» Όχι. Αλλά ήξερε ακριβώς πώς να με μικραίνει κάθε μέρα. Ήξερε να με κάνει να απολογούμαι επειδή πήγα μέχρι τον φούρνο χωρίς να του στείλω μήνυμα. Ή επειδή άργησα δέκα λεπτά από το σχολείο των παιδιών. Ή επειδή ήθελα να πάω για έναν καφέ με τη γειτόνισσα.
Τα οικονομικά ήταν όλα πάνω του. Ο μισθός του έμπαινε στον λογαριασμό του, τα επιδόματα τα διαχειριζόταν εκείνος, μέχρι και το market pass τότε ήθελε να ξέρει πού πήγε. Εγώ δούλευα παλιότερα σε ένα κατάστημα με ρούχα, αλλά όταν γεννήθηκε το δεύτερο παιδί, μου είπε «δεν βγαίνει αλλιώς, κάποιος πρέπει να είναι σπίτι». Δεν με ανάγκασε ακριβώς. Εγώ συμφώνησα. Αυτό είναι που με πονάει κιόλας, ότι σε κάποια πράγματα τον άφησα. Έλεγα «εντάξει, προσωρινό είναι». Μετά το προσωρινό έγινε χρόνια.
Σιγά σιγά άρχισε να περνάει από έγκριση το καθετί. «Γιατί πήρες αυτό το σαμπουάν;» «Γιατί πλήρωσες τόσα στο σουπερμάρκετ;» «Τι δουλειά έχεις να θες καινούργια παπούτσια;» Αν έλεγα κάτι, γύριζε και μου έλεγε «εγώ τραβάω όλο το κουπί» και ένιωθα αχάριστη.
Το χειρότερο δεν ήταν τα λεφτά. Ήταν ότι είχα αρχίσει να τον ρωτάω για όλα από μόνη μου. Σαν να μην είχα δική μου κρίση. Μια φορά η κόρη μου μού είπε «μαμά, να ρωτήσουμε τον μπαμπά αν μπορώ να πάω στην εκδρομή;» και συνειδητοποίησα ότι το παιδί είχε μάθει πως εκείνος αποφασίζει για όλα.
Η αφορμή έγινε όταν είπα ότι θέλω να κάνω ένα πρόγραμμα κατάρτισης μέσω ΔΥΠΑ. Όχι κάτι φοβερό, ένα απογευματινό, για να μπορέσω να ψάξω ξανά δουλειά. Μου είπε γελώντας «και ποιος νομίζεις ότι είσαι τώρα, φοιτήτρια;» Του είπα «δεν είναι κακό να θέλω να σταθώ λίγο στα πόδια μου». Και μου απάντησε «στα πόδια σου στέκεσαι επειδή είμαι εγώ από κάτω».
Δεν του το συγχώρεσα αυτό. Αλλά δεν αντέδρασα εκείνη τη στιγμή. Όπως έκανα πάντα. Το κατάπια.
Άρχισα κρυφά να βάζω στην άκρη μικρά ποσά. Από ψιλά που περίσσευαν, από κάτι που μου έδινε η μητέρα μου για τα παιδιά, από μια φίλη που με έβαλε να τη βοηθήσω με απογραφές στο μαγαζί της δυο Σάββατα και μου έδωσε λίγα χρήματα στο χέρι. Ντρεπόμουν που το έκανα κρυφά, αλλά αν του το έλεγα, θα μου έλεγε ότι τον κλέβω.
Παράλληλα έκανα την αίτηση για το πρόγραμμα. Από το κινητό της αδερφής μου, γιατί εκείνος έλεγχε συχνά το δικό μου. Ναι, το ήξερα ότι αυτό δεν είναι φυσιολογικό, αλλά έχω ακούσει τόσες φορές το «έτσι είναι οι παντρεμένοι, τι μυστικά να έχουμε;» που είχα αρχίσει να μπερδεύομαι.
Όταν το έμαθε, δεν φώναξε. Αυτό ήταν το γνώριμο. Μου είπε μόνο: «Αφού θες τόσο πολύ να κάνεις τη ζωή σου, να την κάνεις χωρίς εμένα». Του είπα «δεν ζήτησα να χωρίσουμε, ζήτησα να σπουδάσω κάτι». Και μου πέταξε ότι εδώ και μήνες είμαι αλλού, ότι τον κοιτάω σαν εχθρό, ότι έχω βάλει την αδερφή μου και τη μητέρα μου ανάμεσά μας. Δεν είχε και τελείως άδικο. Εγώ είχα σταματήσει να του μιλάω κανονικά. Έκρυβα πράγματα. Μαζευόμουν. Αλλά δεν ήξερα πώς αλλιώς να προστατευτώ.
Μετά βρήκε και τα χρήματα που είχα κρύψει σε ένα παλιό κουτί με χειμωνιάτικα. Εκεί έγινε η πιο άσχημη κουβέντα μας. «Ετοιμαζόσουν να φύγεις;» με ρώτησε. Του είπα «ετοιμαζόμουν να μπορώ, αν χρειαστεί». Και μου είπε «παίρνεις και τα παιδιά και φεύγεις έτσι;»
Εκεί λύγισα. Γιατί, όσο κι αν είχα θυμό, ήξερα ότι δεν ήταν ένας άσχετος πατέρας. Τα αγαπούσε τα παιδιά. Τα πήγαινε ποδόσφαιρο, τους έφτιαχνε τοστ, τους διάβαζε καμιά φορά ιστορία. Αλλά άλλο αυτό κι άλλο να μεγαλώνουν μέσα σε ένα σπίτι που η μητέρα τους έπρεπε να ζητάει άδεια για να ανασάνει.
Έφυγα τελικά όχι εκείνο το βράδυ, αλλά τρεις εβδομάδες μετά. Πήγα πρώτα στη μητέρα μου με τα παιδιά. Με μια βαλίτσα, τα σχολικά τους και πολλή ντροπή. Ντροπή που γύρισα μεγάλη γυναίκα στο πατρικό. Ντροπή που τόσα χρόνια έλεγα «μια χαρά είμαστε». Ντροπή που τα παιδιά είχαν ακούσει περισσότερα απ’ όσα νόμιζα.
Δεν ήταν εύκολο μετά. Ψάξιμο για δικηγόρο, κουβέντες για διατροφή, η πεθερά μου να με παίρνει και να λέει «μην το διαλύετε, για τα παιδιά κάντε πίσω λίγο κι οι δυο». Η μητέρα μου από την άλλη να λέει «άργησες αλλά καλά έκανες». Κι εγώ στη μέση, να μην ξέρω αν είμαι δυνατή ή απλώς εξαντλημένη.
Τώρα είμαι σε μικρό νοικιασμένο διαμέρισμα, δουλεύω part-time σε ένα φαρμακείο με γνωστή της αδερφής μου και συνεχίζω το πρόγραμμα. Δεν έγιναν όλα ξαφνικά ωραία. Τα λεφτά είναι μετρημένα, τα παιδιά ακόμα ρωτάνε πότε θα ξαναμείνουμε όλοι μαζί, κι εγώ υπάρχουν βράδια που πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται μήπως υπερέβαλα. Μετά θυμάμαι ότι είχα φτάσει να φοβάμαι να πω ότι θέλω να πάω μέχρι το ΚΕΠ μόνη μου.
Δεν ξέρω αν άργησα ή αν απλώς ήρθε η στιγμή όταν μπόρεσα. Ξέρω μόνο ότι δεν ήθελα η κόρη μου να μάθει πως αγάπη σημαίνει έλεγχος, ούτε ο γιος μου να μάθει πως ο άντρας του σπιτιού αποφασίζει για όλους. Εγώ πάντως ακόμα το μαθαίνω από την αρχή: πώς είναι να παίρνεις μια απλή απόφαση χωρίς να φοβάσαι την αντίδραση κάποιου.
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Πιστεύετε ότι έπρεπε να είχα προσπαθήσει περισσότερο να το σώσω ή ότι κάποια πράγματα, όταν γίνουν συνήθεια, δεν φτιάχνουν πια;