«Μην το κάνεις θέμα τώρα» μου είπε ο άντρας μου — αλλά όταν άκουσα τι είπε η πεθερά μου στην κόρη μας, κάτι μέσα μου έσπασε
«Αν συνεχίσεις να τρως έτσι, ποιος θα σε κοιτάει όταν μεγαλώσεις;» Αυτό άκουσα να λέει η πεθερά μου στην κόρη μου μέσα στην κουζίνα, ένα απόγευμα που είχα πεταχτεί μέχρι το φαρμακείο της γειτονιάς και γύρισα πιο γρήγορα.
Η μικρή δεν απάντησε. Καθόταν στο τραπέζι με το τοστ στο χέρι και το είχε αφήσει κάτω. Αυτό το βλέμμα το ξέρω. Είναι το βλέμμα που κάνει όταν ντρέπεται και προσπαθεί να μη βάλει τα κλάματα μπροστά σε άλλους.
Εγώ εκείνη την ώρα δεν φώναξα. Αυτό είναι και το πρόβλημά μου μάλλον. Πάντα πρώτα σκέφτομαι να μη γίνει φασαρία. Της είπα μόνο: «Δεν λέμε τέτοια σε παιδί». Και η πεθερά μου γύρισε πολύ ήρεμα και μου είπε: «Υπερβολές. Για το καλό της το λέω. Εσύ όλα τα αφήνεις».
Αν το έβλεπε κάποιος απ’ έξω, μπορεί να έλεγε ότι δεν έγινε και κάτι τρομερό. Μια κουβέντα ήταν. Αλλά δεν ήταν μία. Εδώ και μήνες πετάει διάφορα. «Έχει παχύνει λίγο», «μην την κανακεύεις», «τα κορίτσια πρέπει να προσέχουν». Κι εγώ κάθε φορά το κατάπινα. Άλλοτε γιατί ήταν στο σπίτι της, άλλοτε γιατί ήταν γιορτές, άλλοτε γιατί ήταν μπροστά ο άντρας μου και δεν ήθελα σκηνές.
Να πω βέβαια και το δικό μου φταίξιμο. Εγώ την έχω βολευτεί κιόλας. Μας κρατάει τη μικρή δυο απογεύματα την εβδομάδα, γιατί εγώ δουλεύω σε λογιστικό γραφείο και ο άντρας μου είναι με βάρδιες. Με τα ενοίκια, τη ΔΕΗ, το σούπερ μάρκετ, φροντιστήρια δεν έχουμε περιθώριο για babysitter. Οπότε κάθε φορά που κάτι με ενοχλούσε, έλεγα από μέσα μου «κάνε υπομονή, μας βοηθάει». Δηλαδή ήθελα και βοήθεια και να μη μιλάει. Δεν γίνεται έτσι.
Το βράδυ, όταν κοιμήθηκε η μικρή, το είπα στον άντρα μου. Περίμενα έστω να πει «ναι, ήταν λάθος». Αντί γι’ αυτό μου είπε: «Η μάνα μου είναι από άλλη γενιά, μην το κάνεις θέμα τώρα». Του είπα «δεν είναι θέμα γενιάς να λες σε παιδί ότι ποιος θα το κοιτάει». Και εκεί τσακωθήκαμε κανονικά.
Μου πέταξε ότι κι εγώ όλο παράπονα έχω από τη μάνα του, αλλά όταν μας εξυπηρετεί είναι καλή. Δεν είχε άδικο σε αυτό. Του είπα όμως ότι άλλο να με βοηθάει και άλλο να πληγώνει τη μικρή. Και τότε μου είπε κάτι που με πείραξε περισσότερο απ’ όλα: «Μήπως το παίρνεις τόσο προσωπικά επειδή τα ίδια σου έλεγε κι εσένα η μάνα σου;»
Το είπε πάνω στα νεύρα του, αλλά με χτύπησε ακριβώς εκεί. Γιατί ναι, άκουγα παρόμοια μικρή. Και ίσως γι’ αυτό τόσον καιρό πάγωνα αντί να μιλήσω καθαρά. Ίσως να έβλεπα τη δική μου παιδική ηλικία μπροστά μου και να έκανα πως δεν είναι τίποτα.
Την επόμενη μέρα η κόρη μου δεν ήθελε να πάει στο σπίτι της γιαγιάς της. Μου είπε «δεν πεινάω, για να μη μου πει πάλι για το φαγητό». Εκεί τελείωσαν όλα μέσα μου. Πήρα την πεθερά μου τηλέφωνο και της είπα ότι για ένα διάστημα δεν θα μένει μόνη της με τη μικρή.
Δεν της άρεσε καθόλου. Μου είπε «μου κόβεις το παιδί για μια κουβέντα» και «σε μεγάλωσε η τηλεόραση και οι ψυχολόγοι». Της είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα: «Δεν σου κόβω το παιδί. Σου βάζω ένα όριο. Αν δεν μπορείς να μη σχολιάζεις το σώμα της, δεν μπορώ να την αφήνω». Εκεί το έκλεισε.
Μετά άρχισαν τα τηλέφωνα. Η κουνιάδα μου πιο ήπια, ότι «η μάνα μας έχει έναν τρόπο, μην το τραβάς». Ο πεθερός μου πιο ψυχρός, ότι «στο σπίτι μας έτσι μιλάμε χρόνια και κανείς δεν έπαθε κάτι». Ο άντρας μου στη μέση, να λέει ότι συμφωνεί να προστατεύσουμε τη μικρή αλλά όχι «με αυτόν τον τρόπο».
Και εδώ είναι που μπερδεύομαι, γιατί ίσως όντως το έκανα απότομα. Ίσως έπρεπε να το είχα πει πολύ νωρίτερα, όχι να το μαζεύω, να το μαζεύω και μετά να σκάσω. Ίσως κι εγώ έχω μάθει να κάνω την καλή μέχρι να μην αντέχω άλλο, και τότε βγαίνω σαν τελεσίγραφο. Αυτό δεν βοηθάει κανέναν.
Από την άλλη, έχουν περάσει δέκα μέρες και η μικρή τρώει πιο αγχωμένα, με ρωτάει αν είναι «χοντρή», και εγώ νιώθω τύψεις που δεν την προστάτεψα από την πρώτη φορά. Χτες ο άντρας μου μού είπε να πάμε Κυριακή για τραπέζι «να πέσουν οι τόνοι». Του είπα θα πάω μόνο αν ξεκαθαριστεί πριν ότι δεν θα ξαναγίνουν τέτοια σχόλια. Μου απάντησε «δεν γίνεται να ζητάς από τη μάνα μου να απολογηθεί έτσι».
Και κάπου εδώ είμαστε. Το σπίτι μας είναι παγωμένο, η πεθερά μου δεν μου μιλάει, ο άντρας μου κάνει λες και τον βάζω να διαλέξει πλευρά, και εγώ δεν ξέρω αν επιτέλους έβαλα σωστό όριο ή αν άνοιξα μια πληγή που δεν θα κλείσει εύκολα.
Το μόνο που ξέρω είναι ότι τόσα χρόνια κρατούσα την ηρεμία με το να καταπίνω πράγματα. Απλώς τώρα κατάλαβα ότι αυτή η ηρεμία την πλήρωνε άλλος. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Μπορεί να κρατηθεί η οικογενειακή ειρήνη χωρίς να νιώσει το παιδί ότι δεν το υπερασπίζεται κανείς;