«Δεν γίνεται να τα παρατάς τώρα», μου είπε η αδελφή μου — κι εγώ κρατούσα ακόμα τα χαρτιά από το νοσοκομείο στο χέρι
«Δεν γίνεται να φύγεις τώρα από το σπίτι, τι θα γίνει η μητέρα;» μου είπε η αδελφή μου στο τηλέφωνο, και εγώ εκείνη την ώρα ήμουν ακόμα στο σαλόνι, με τη σακούλα από το νοσοκομείο ακουμπισμένη δίπλα στην καρέκλα και τα ρούχα του άντρα μου όπως τα είχα φέρει από τον Ευαγγελισμό, άπλυτα ακόμα.
Δεν είχαν περάσει ούτε δέκα μέρες από την κηδεία. Ακόμα ερχόταν κόσμος, ακόμα έφτιαχνα καφέδες, ακόμα άκουγα το «κουράγιο» και έγνεφα χωρίς να ξέρω τι απαντάνε σε αυτό. Εγώ το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ότι μέχρι πριν έναν μήνα μιλούσαμε για να βάψουμε το μικρό δωμάτιο και να το κάνουμε γραφείο, γιατί λέγαμε να ξεκινήσουμε κάτι δικό μας, μια μικρή δουλειά από το σπίτι. Δεν ήταν κανένα μεγάλο όνειρο, αλλά ήταν ένα «μαζί». Αυτό χάθηκε μέσα σε λίγες ώρες.
Ο άντρας μου έφυγε ξαφνικά. Μπήκε στο νοσοκομείο για κάτι που στην αρχή μας είπαν ότι το παρακολουθούν, και μετά όλα πήραν την κατηφόρα. Δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες. Όποιος έχει περάσει νοσοκομεία, αναμονές, γιατρούς που μιλάνε μισά, καταλαβαίνει.
Το θέμα είναι άλλο. Εδώ και δυόμισι χρόνια μέναμε στο πατρικό μου, στον πάνω όροφο. Κάτω η μητέρα μου, μόνη της μετά τον θάνατο του πατέρα. Το είχαμε δει σαν προσωρινή λύση για να μαζέψουμε λίγα χρήματα, γιατί με τα νοίκια όπως έχουν πάει, δεν βγαίναμε. Μετά ήρθε η αρρώστια του άντρα μου, μετά οι άδειες από τη δουλειά, μετά τα φάρμακα, οι εξετάσεις, οι διαδρομές. Προσωρινό έγινε καθημερινότητα.
Η αλήθεια είναι ότι η μητέρα στηρίχτηκε πολύ πάνω μου. Και πρακτικά και ψυχολογικά. Της πλήρωνα λογαριασμούς από το e-banking γιατί δεν τα καταφέρνει, την πήγαινα Κέντρο Υγείας, σούπερ μάρκετ, της ρύθμιζα τα φάρμακα. Η αδελφή μου μένει άλλη περιοχή της Αττικής, δουλεύει, έχει δύο παιδιά, δεν είναι ότι αδιαφορεί. Αλλά είχε μάθει ότι «είμαι εγώ εδώ».
Μόνο που τώρα εγώ δεν μπορώ να είμαι «εδώ» όπως πριν.
Αυτό προσπαθούσα να πω. Ότι θέλω να φύγω για λίγο. Όχι να εξαφανιστώ. Να πάω στο διαμέρισμα της πεθεράς μου στο Περιστέρι, που είναι άδειο αυτόν τον καιρό, να μείνω ένα διάστημα μόνη μου. Να μην ακούω κάθε πρωί τη μητέρα να με φωνάζει για τον θερμοσίφωνα, για την πίεση, για το αν πλήρωσα την ΕΥΔΑΠ. Να μπορώ να κλάψω χωρίς να μαζεύομαι.
Και εκεί άρχισαν όλα.
«Δηλαδή τώρα η πεθερά σου σε νοιάζει πιο πολύ από τη μάνα σου;» μου είπε.
«Μη μου το λες αυτό, δεν είναι έτσι», της απάντησα. «Απλά δεν αντέχω άλλο να είμαι χρήσιμη σε όλους.»
«Και εμείς τι να κάνουμε;» είπε. «Η μητέρα δεν μπορεί μόνη της. Εσύ πάντα έλεγες ότι θα είσαι δίπλα της.»
Το είχα πει. Και το πίστευα όταν το έλεγα. Αλλά το είχα πει όταν είχα άντρα δίπλα μου, όταν είχα ένα πρόγραμμα, όταν δεν ξυπνούσα τα ξημερώματα και για λίγα δευτερόλεπτα ξεχνούσα τι έχει γίνει.
Δεν είμαι αθώα σε όλο αυτό. Εγώ η ίδια είχα πάρει πάνω μου περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Δεν έβαζα όρια. Για να μην ακούω γκρίνια, για να μην αγχώνονται οι άλλοι, έλεγα «άστο, θα το κάνω εγώ». Ακόμα και στον άντρα μου έλεγα «μην ανακατεύεσαι, έχω συνηθίσει». Και τώρα όλοι θεωρούν αυτονόητο ότι θα συνεχίσω.
Το πιο δύσκολο όμως δεν ήταν η αδελφή μου. Ήταν η μητέρα. Όταν της είπα ότι σκέφτομαι να φύγω λίγο, δεν φώναξε. Αυτό με τσάκισε πιο πολύ.
Μόνο με κοίταξε και είπε: «Καλά, παιδί μου. Αν είναι βάρος η μάνα σου, να το ξέρω.»
Εκεί θόλωσα. Της είπα πράγματα που δεν έπρεπε. Της είπα ότι κανείς δεν με ρώτησε πώς είμαι, ότι όλοι με θέλουν δυνατή επειδή τους βολεύει, ότι εδώ μέσα ούτε να πενθήσω δεν με αφήνουν. Και εκείνη άρχισε να κλαίει και να λέει ότι μετά τον πατέρα και τώρα μετά τον γαμπρό, θα τη θάψω ζωντανή αν φύγω.
Από εκείνη τη μέρα νιώθω ένοχη ό,τι κι αν κάνω. Αν μείνω, νιώθω ότι πνίγομαι. Αν φύγω, νιώθω ότι εγκαταλείπω.
Υπάρχει και κάτι ακόμα που δεν είχα πει σε κανέναν. Ο άντρας μου πριν φύγει μού είχε πει, όσο ήμασταν μόνοι στο δωμάτιο, «μη γυρίσεις πάλι να σηκώσεις τους πάντες στην πλάτη σου». Τότε του είπα «μη μιλάς έτσι τώρα». Θύμωσα κιόλας. Γιατί μέσα μου ήξερα ότι είχε δίκιο, αλλά δεν άντεχα να το ακούσω.
Η πεθερά μου, που περίμενα να είναι απόμακρη μέσα στο δικό της πένθος, ήταν η μόνη που μου είπε απλά: «Έλα εδώ όσο χρειαστείς. Δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα σε κανέναν». Και αυτό με μπέρδεψε ακόμα περισσότερο. Γιατί από τη μια σκέφτομαι ότι ίσως αυτό είναι μια αρχή, να σταθώ λίγο στα πόδια μου. Από την άλλη, νιώθω σαν να φεύγω από το σπίτι μου τη χειρότερη στιγμή.
Χθες η αδελφή μου μού έστειλε μήνυμα: «Αν θες να φύγεις, φύγε. Αλλά πες το καθαρά ότι δεν μπορείς άλλο». Νομίζω ότι πρώτη φορά το έγραψε έτσι, χωρίς κατηγορία. Και ίσως πρώτη φορά παραδέχτηκα κι εγώ ότι όντως δεν μπορώ άλλο, τουλάχιστον όχι όπως πριν.
Δεν ξέρω αν μια νέα αρχή φτιάχνει κάτι που έχει σπάσει τόσο βαθιά. Μάλλον όχι. Ίσως απλά σε βοηθάει να αναπνεύσεις λίγο για να μην χαθείς κι εσύ μαζί με αυτό που έχασες. Εσείς τι λέτε; Είναι εγωισμός να θέλω να φύγω για λίγο ή είναι το μόνο λογικό πράγμα που μπορώ να κάνω αυτή τη στιγμή;