«Δεν θα ξανάρθεις στο χωριό αν είναι να κάνεις έτσι» μου είπε η μητέρα μου — και κατάλαβα πως δεν τσακωνόμασταν μόνο για το Πάσχα

«Αν είναι κάθε φορά να μας χαλάς το κλίμα, καλύτερα να μην έρθεις καθόλου φέτος», μου είπε η μητέρα μου στο τηλέφωνο και έμεινα να την ακούω χωρίς να μπορώ να μιλήσω.

Όλα ξεκίνησαν από κάτι που κανονικά θα έπρεπε να είναι απλό. Πού θα κάνουμε Πάσχα. Οι δικοί μου είναι σε χωριό έξω από τη Λαμία και για εκείνους το Πάσχα δεν είναι απλά γιορτή. Είναι να πάμε όλοι μαζί στην εκκλησία το βράδυ, να γυρίσουμε με το Άγιο Φως, μαγειρίτσα στο πατρικό, την Κυριακή αυλή, σούβλα, θείοι, ξαδέρφια, όλοι. Μεγάλωσα έτσι. Και για χρόνια πήγαινα χωρίς δεύτερη σκέψη.

Από τότε όμως που παντρεύτηκα, τα πράγματα δυσκόλεψαν. Ο άντρας μου δεν είναι άνθρωπος που του αρέσουν πολύ οι πολλές υποχρεώσεις και οι οικογενειακές φασαρίες. Δεν έχει θέμα με τους δικούς μου προσωπικά, αλλά δεν αντέχει αυτό το «πρέπει να είμαστε όλοι μαζί από το πρωί μέχρι το βράδυ». Και για να είμαι ειλικρινής, ούτε εγώ το αντέχω πάντα όπως παλιά, απλά άργησα πολύ να το παραδεχτώ.

Φέτος είχαμε πει να μείνουμε στην Αθήνα. Δουλεύουμε και οι δύο πολύ, εγώ σε λογιστικό γραφείο, εκείνος σε συνεργείο αυτοκινήτων, και ήμασταν και οι δύο εξαντλημένοι. Επιπλέον, η κόρη μας έχει αρχίσει να γκρινιάζει κάθε φορά που πάμε στο χωριό γιατί όλοι της λένε τι να φορέσει, πώς να κάτσει, να φιλήσει χέρια, να μην είναι με το κινητό. Δεν έχουν άδικο σε όλα, αλλά γίνεται ένταση.

Το λάθος μου είναι ότι δεν το είπα καθαρά από την αρχή. Άφηνα τη μητέρα μου να νομίζει ότι «το βλέπουμε», ότι «μάλλον θα ανέβουμε Μεγάλο Σάββατο», ότι «περιμένω να δω πώς θα βγουν οι άδειες». Στην πραγματικότητα ήξερα ότι δεν θέλω να πάω για όλο το τριήμερο. Ίσως ούτε καθόλου. Απλά δεν ήθελα να ανοίξω κουβέντα.

Όταν τελικά της είπα ότι σκεφτόμαστε να κάνουμε Ανάσταση εδώ, στο Παγκράτι, και ίσως να περάσουμε από το χωριό μόνο τη Δευτέρα του Πάσχα, έγινε χαμός.

«Δηλαδή η οικογένειά σου πότε θα σε βλέπει; Σαν επισκέπτες θα ερχόσαστε;» μου είπε.

Της είπα «μην το κάνεις θέμα, μια χρονιά είναι».

Και εκεί μου πέταξε το χειρότερο: «Μια χρονιά λες κάθε φορά από τότε που παντρεύτηκες».

Στεναχωρήθηκα, αλλά είχε και ένα δίκιο. Τα τελευταία χρόνια όλο κάτι άλλαζε. Μια στους δικούς του, μια σπίτι μας γιατί το παιδί ήταν μικρό, μια γιατί δούλευα μέχρι Μεγάλη Πέμπτη βράδυ. Εκείνη όμως το έβλεπε αλλιώς. Ότι απομακρύνομαι.

Μετά μπήκε στη μέση και η αδελφή μου. Με πήρε και μου είπε «δεν είναι μόνο το Πάσχα, είναι ότι έχεις σταματήσει να συμμετέχεις σε όλα. Και όταν έρχεσαι, είσαι με ένα ύφος ότι όλοι σε πιέζουν». Της απάντησα άσχημα. Της είπα «εύκολο είναι να μιλάς όταν μένεις δίπλα και δεν χρειάζεται να ξεσπιτώνεις παιδί και πρόγραμμα». Εκείνη θύμωσε και μου είπε ότι επειδή μένει κοντά, έχει πέσει όλο το βάρος πάνω της με τους δικούς μας, γιατρούς, φάρμακα, δουλειές στο σπίτι, ΚΕΠ, τράπεζες, όλα.

Αυτό δεν το είχα σκεφτεί όσο έπρεπε. Ή μάλλον το ήξερα, αλλά με βόλευε να μην το κοιτάω πολύ. Ο πατέρας μου δεν είναι όπως παλιά, ξεχνάει, κουράζεται εύκολα, και η μητέρα μου παρότι το παίζει δυνατή, δεν τα βγάζει πέρα όπως πριν. Εγώ βοηθάω οικονομικά κάποιες φορές, αλλά την πρακτική φροντίδα την έχει αναλάβει κυρίως η αδελφή μου. Και ίσως μέσα της να της φαίνεται άδικο να λέω εγώ τώρα «θέλω και τον χώρο μου» μόνο στα γιορτινά.

Από την άλλη, ούτε η δική μου πλευρά είναι ψέμα. Κάθε φορά που πάμε, νιώθω ότι ξαναγίνομαι παιδί. Η μητέρα μου μου λέει τι θα μαγειρέψω, ο πατέρας μου σχολιάζει αν ο άντρας μου «τραβιέται» από την παρέα, η θεία ρωτάει πότε θα βαφτεί επιτέλους η κόρη μου «σαν κοριτσάκι», ο ένας λέει για εκκλησία, ο άλλος για το τραπέζι, και αν πω ότι θέλω δυο ώρες να κάτσω ήσυχα, με κοιτάνε λες και τους προσβάλλω.

Ο άντρας μου μου είπε το πιο απλό: «Δεν σου λέω να μην τους βλέπεις. Σου λέω να σταματήσεις να πηγαίνεις από υποχρέωση και μετά να ξεσπάς σε μένα». Και εκεί επίσης είχε δίκιο, γιατί αυτό ακριβώς κάνω. Δεν βάζω όρια όταν πρέπει και μετά γυρίζω σπίτι νευριασμένη.

Το χειρότερο ήρθε μετά. Η μητέρα μου, πάνω στα νεύρα, μου είπε «αφού δεν θες τα έθιμά μας και τη ζωή μας, να τα κάνεις όπως τα θέλει το σπίτι σου». Αυτό με πείραξε πιο πολύ απ’ όλα, γιατί δεν είναι ότι δεν θέλω «τη ζωή τους». Απλά δεν μπορώ να τη ζήσω πια ακριβώς όπως πριν.

Της το είπα, και μου απάντησε κάτι που με μπέρδεψε: «Δεν ζητάω να τα κάνεις όλα. Ζητάω να μη νιώθω ότι ντρέπεσαι για αυτά».

Εκεί κόλλησα. Γιατί ίσως κάποιες φορές όντως μιλάω για το χωριό, τα έθιμα και όλο αυτό με έναν τόνο λίγο ειρωνικό, κυρίως μπροστά στον άντρα μου ή σε φίλους στην Αθήνα, για να δείξω ότι εγώ είμαι κάπως αλλιώς τώρα. Και μπορεί εκείνη να το έχει καταλάβει.

Τελικά δεν πήγαμε στο χωριό για Ανάσταση. Πήγαμε στην ενορία της γειτονιάς, φάγαμε σπίτι μας και την Κυριακή περάσαμε από τους γονείς του άντρα μου για λίγες ώρες. Τη Δευτέρα ανέβηκα μόνη μου με την κόρη μας στο χωριό. Ο άντρας μου δεν ήρθε και αυτό σχολιάστηκε, φυσικά. Η ατμόσφαιρα ήταν καλύτερη απ’ ό,τι περίμενα, αλλά όχι καλή. Όλοι πρόσεχαν τι λένε, που καμιά φορά είναι χειρότερο.

Φεύγοντας, η μητέρα μου μου έβαλε στο χέρι ένα τάπερ και μου είπε μόνο «να έρχεσαι χωρίς να το ζυγίζεις τόσο». Δεν ήξερα τι να της πω. Γιατί κι εγώ θέλω να πηγαίνω χωρίς να το ζυγίζω, αλλά δεν μου βγαίνει πια έτσι απλά.

Από τότε μιλάμε τυπικά. Δεν έχουμε τσακωθεί ξανά, αλλά ούτε το λύσαμε. Και νιώθω ότι με τραβάνε δύο κόσμοι και ό,τι κι αν κάνω, κάποιος θα το πάρει σαν απόρριψη. Ξέρω όμως ότι δεν φταίνε μόνο οι άλλοι. Άφησα πράγματα να μαζευτούν, δεν μίλησα καθαρά και περίμενα να με καταλάβουν χωρίς να τους εξηγήσω.

Δεν ξέρω αν γίνεται τελικά να κρατήσεις και την ηρεμία σου και τις οικογενειακές ισορροπίες όταν όλοι κουβαλάνε άλλα πράγματα. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Μπορούν δύο τόσο διαφορετικοί τρόποι να συνυπάρξουν χωρίς κάποιος να νιώθει ότι χάνει;