«Δεν μπορώ άλλο να έρχομαι κάθε μέρα», της είπα, και εκείνη με κοίταξε σαν να την πρόδωσα — αλλά η αλήθεια είναι πως είχα αρχίσει να χάνομαι κι εγώ η ίδια

«Αν είναι να έρχεσαι με τέτοια μούτρα, καλύτερα να μην έρχεσαι καθόλου», μου είπε η μητέρα μου και άφησε το ποτήρι λίγο πιο δυνατά στον νεροχύτη. Κι εγώ της απάντησα πιο απότομα απ’ όσο έπρεπε: «Ωραία, τότε να μην έρχομαι». Το είπα πάνω στα νεύρα μου, αλλά εκείνη τη στιγμή το εννοούσα.

Τους τελευταίους οκτώ μήνες πήγαινα σχεδόν κάθε μέρα από το σπίτι της, στο Περιστέρι. Εγώ μένω Αιγάλεω, δουλεύω part-time σε ένα λογιστικό γραφείο στον Κολωνό και έχω κι ένα παιδί στο γυμνάσιο. Ο πατέρας μου έφυγε πριν δύο χρόνια και από τότε η μητέρα μου δεν συνήθισε ποτέ να μένει μόνη. Στην αρχή ήταν λογικό. Κάτι χαρτιά για τη σύνταξη χηρείας, ΕΦΚΑ, ΔΕΗ να περάσει στο όνομά της, γιατροί, εξετάσεις, συνταγές στην ΗΔΙΚΑ, όλα πάνω μου έπεσαν. Δεν το λέω σαν παράπονο. Κόρη της είμαι. Αλλά σιγά σιγά δεν έμεινε μόνο εκεί.

Άρχισε να με παίρνει για τα πάντα. «Πότε θα έρθεις;», «μου τελείωσε το ψωμί», «δεν ανοίγει η τηλεόραση», «φοβάμαι το βράδυ», «έλα να κοιμηθείς εδώ». Στην αρχή πήγαινα. Μετά πήγαινα και χωρίς να με πάρει, από ενοχή. Η αδελφή μου μένει στη Χαλκίδα, δουλεύει σε σούπερ μάρκετ και έρχεται όποτε μπορεί. Ο αδελφός μου είναι ελεύθερος επαγγελματίας και όλο λέει ότι τρέχει. Οπότε έμεινα εγώ, επειδή μένω πιο κοντά. Το «μένω πιο κοντά» έγινε σιγά σιγά «είσαι υποχρεωμένη».

Ο άντρας μου στην αρχή δεν μιλούσε. Μετά άρχισε να λέει: «Δεν γίνεται να λείπεις κάθε απόγευμα. Ούτε το παιδί σε βλέπει, ούτε ξεκουράζεσαι ποτέ». Εγώ θύμωνα. «Είναι η μητέρα μου, τι θες να κάνω;» Εκείνος μου έλεγε ήρεμα: «Να βοηθήσεις, όχι να διαλυθείς». Δεν ήθελα να το ακούσω, γιατί μέσα μου το μετέφραζα σαν αδιαφορία.

Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ έκανα λάθη. Δεν έβαλα ποτέ πρόγραμμα. Δεν κάθισα με τα αδέλφια μου να πω «τόσες μέρες εγώ, τόσες εσείς». Δεν έψαξα σοβαρά για βοήθεια από το πρόγραμμα “Βοήθεια στο Σπίτι” του δήμου, μόνο το ανέφερα μια φορά και το άφησα. Και το χειρότερο; Δεν είπα ποτέ καθαρά στη μητέρα μου ότι κουράζομαι. Το έδειχνα με ύφος, με σιωπές, με βαριά αναπνοή, και περίμενα να το καταλάβει μόνη της.

Εκείνη βέβαια είχε τη δική της πλευρά. Μια γυναίκα που έζησε όλη της τη ζωή με τον πατέρα μου, ξαφνικά να μένει μόνη σε ένα διαμέρισμα τέταρτου ορόφου, να φοβάται μην πέσει, μην ξεχάσει το μάτι ανοιχτό, μην τη βρει κανείς μετά από μέρες. Το καταλαβαίνω. Αλλά δεν άντεχα άλλο να νιώθω ότι αν δεν περάσω, θα καταρρεύσουν όλα.

Το πράγμα έσκασε πριν δέκα μέρες. Με είχε πάρει τρεις φορές στη δουλειά επειδή «ακούγεται ένας θόρυβος στο κλιματιστικό». Της είπα ότι δεν μπορώ να φύγω από το γραφείο για αυτό. Μου το έκλεισε. Πήγα το απόγευμα με νεύρα, είχε έρθει και η γειτόνισσα για καφέ, και μπροστά της η μητέρα μου είπε: «Εγώ δεν θέλω να γίνομαι βάρος, αλλά τι να κάνω που μόνο η κόρη μου έχω;»

Εκεί τρελάθηκα, γιατί δεν είμαι «η μόνη κόρη». Έχω αδελφή. Και δεν ήμουν θυμωμένη μόνο με εκείνη. Ήμουν θυμωμένη και με μένα που το είχα αφήσει να φτάσει έτσι. Της είπα: «Μη λες τέτοια, γιατί δεν είναι αλήθεια. Και δεν μπορώ να είμαι εδώ από το πρωί ως το βράδυ». Η γειτόνισσα σηκώθηκε αμήχανα και έφυγε.

Μόλις μείναμε μόνες, άρχισε. «Σε κούρασα, ε;», «περιμένεις να πεθάνω για να ησυχάσεις;», «δεν ήμουν τέτοια μάνα εγώ». Αυτή η τελευταία φράση με χτύπησε άσχημα, γιατί έχει και δίκιο και άδικο μαζί. Δεν ήταν αδιάφορη μάνα. Ό,τι μπορούσε το έκανε. Αλλά ήταν και από αυτούς τους ανθρώπους που μπλέκουν την αγάπη με την παρουσία. Αν δεν είσαι εκεί, σημαίνει ότι δεν νοιάζεσαι.

Της είπα για πρώτη φορά καθαρά: «Δεν αντέχω άλλο έτσι. Έχω σπίτι, παιδί, δουλειά, και έχω αρχίσει να ξυπνάω με ταχυκαρδία». Δεν περίμενα να το πω. Ούτε στον άντρα μου δεν το είχα πει έτσι. Εκείνη με κοίταξε και είπε κάτι που με μπέρδεψε περισσότερο: «Νόμιζα πως το κάνεις επειδή θέλεις, όχι επειδή φοβάσαι τι θα πουν τα αδέλφια σου».

Και εκεί είχε πάλι ένα δίκιο. Γιατί ναι, φοβόμουν. Μη με πουν σκληρή. Μη φανεί ότι απομακρύνομαι από τη μητέρα μου. Μη γίνω «αυτή που την άφησε». Ειδικά επειδή στην οικογένειά μας όλα περνάνε από κόσκινο. Η θεία, η αδελφή μου, ο αδελφός μου, όλοι έχουν άποψη.

Από τότε δεν πάω κάθε μέρα. Πήγαμε με τα αδέλφια μου την Κυριακή, καθίσαμε επιτέλους σαν άνθρωποι και μοιράσαμε κάποια πράγματα. Ο αδελφός μου θα πηγαίνει για ψώνια και λογαριασμούς, η αδελφή μου θα μένει ένα Σαββατοκύριακο τον μήνα, κι εγώ είπα ξεκάθαρα ότι μπορώ τρεις φορές την εβδομάδα, όχι παραπάνω. Επίσης έκανα αίτηση στον δήμο για να δούμε αν μπορεί να ενταχθεί σε υποστήριξη στο σπίτι. Η μητέρα μου δεν χάρηκε. Είπε «ξένοι θα μου μπαίνουν μέσα;» Μετά το γύρισε στο «κάντε ό,τι θέλετε». Από τότε μιλάμε κάπως μαζεμένα.

Το δύσκολο είναι ότι το σπίτι της, που παλιά μου έδινε μια ηρεμία, τώρα με σφίγγει. Και μαζί μ’ αυτό χάθηκε και η αίσθηση ότι ό,τι κάνω, το κάνω με την καρδιά μου. Τώρα πολλές φορές πάω από υποχρέωση και εκείνη το καταλαβαίνει. Κι εγώ καταλαβαίνω ότι πληγώνεται. Αλλά αν συνέχιζα όπως πριν, νομίζω θα έσπαγα τελείως.

Δεν ξέρω αν έκανα το σωστό ή αν απλώς προσπαθώ να σώσω ό,τι απέμεινε από μένα χωρίς να διαλύσω τη σχέση μας. Εσείς τι λέτε; Είναι τελικά αποδεκτό να τραβήξεις γραμμή, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι ο άλλος θα νιώσει πως τον αφήνεις λίγο πίσω;