Έβαζα την κόρη μου σε ακριβά ρούχα για να μη ζήσει τη δική μου στέρηση, μέχρι που την είδα μέσα στις λάσπες και κατάλαβα τι της έκανα
«Σοβαρά τώρα, Ελένη; Για τον παιδικό σταθμό είναι αυτά τα παπούτσια;» μου πέταξε ο Στέλιος από την κουζίνα, κρατώντας στο χέρι το κουτί σαν να έκρυβε μέσα φωτιά.
Γύρισα και τον κοίταξα χωρίς να μιλήσω αμέσως. Η Μαρία καθόταν στο χαλί και χτυπούσε δυο κούκλες μεταξύ τους, αδιάφορη. Εγώ όμως ένιωσα εκείνο το γνωστό κάψιμο στο στήθος.
«Είναι ένα ζευγάρι παπούτσια», του είπα.
«Δεν είναι ένα ζευγάρι παπούτσια. Είναι ο μισός λογαριασμός της ΔΕΗ.»
Το είπε κοφτά. Σαν χαστούκι. Και το χειρότερο; Είχε δίκιο. Αυτό με τρέλαινε πιο πολύ.
Μεγάλωσα στο Κερατσίνι, σε σπίτι που τον χειμώνα μύριζε υγρασία και σούπα φακές. Η μάνα μου έραβε κουμπιά σε ξένα ρούχα για να βγάλουμε τον μήνα και ο πατέρας μου δούλευε όπου έβρισκε. Φορούσα ό,τι περίσσευε από ξαδέρφες, ό,τι μας έδιναν σε σακούλες. Θυμάμαι ακόμα ένα μπουφάν λιωμένο στους αγκώνες. Το φορούσα δύο χρόνια. Στο σχολείο δεν μου έλεγαν πολλά κατάμουτρα, αλλά τα βλέμματα… αυτά τα καταλαβαίνει ένα παιδί.
Έτσι έδωσα έναν όρκο, από αυτούς τους παιδικούς που μένουν καρφωμένοι μέσα σου: αν κάνω ποτέ κόρη, δεν θα χαμηλώσει το κεφάλι για τα ρούχα της.
Ο Στέλιος δεν το καταλάβαινε. Εκείνος μεγάλωσε πιο ήρεμα, σε ένα σπίτι απλό αλλά νοικοκυρεμένο στο Αιγάλεω. Δεν του έλειψαν τα βασικά. Σε κάθε καβγά μου έλεγε το ίδιο.
«Δεν της λείπει τίποτα, Ελένη. Τίποτα. Γιατί προσπαθείς να αποδείξεις κάτι; Και σε ποιον;»
«Δεν προσπαθώ να αποδείξω τίποτα.»
«Τότε γιατί κάθε φορά που περνάμε από βιτρίνα σταματάς λες και είναι θέμα ζωής και θανάτου;»
Δεν του απαντούσα. Γιατί κάπου ήξερα.
Η αλήθεια είναι πως δεν ψώνιζα μόνο για τη Μαρία. Ψώνιζα και για το κοριτσάκι που ήμουν και δεν πήρε ποτέ τίποτα καινούργιο χωρίς να είναι γιορτή, χωρίς να το σκεφτούμε δέκα φορές.
Στη γειτονιά άρχισαν τα σχόλια. Μένουμε στο Ίλιον, σε μια πολυκατοικία που όλοι ξέρουν τα πάντα για όλους. Η πεθερά μου το έλεγε με εκείνο το γλυκό-φαρμακερό ύφος.
«Πολύ όμορφα τα φορεματάκια της Μαρίας, Ελένη μου. Κρίμα μόνο να μην προλαβαίνει να τα χαρεί, γιατί τα παιδιά μεγαλώνουν τόσο γρήγορα.»
Η γειτόνισσα από τον τρίτο ήταν πιο ωμή.
«Εντάξει, μωρέ, παιδί είναι. Δεν πάει σε πασαρέλα.»
Χαμογελούσα σφιγμένα και ανέβαινα σπίτι βράζοντας. Έλεγα μέσα μου πως ζηλεύουν. Πως δεν αντέχουν να δουν ένα παιδί περιποιημένο. Πως εγώ κάνω το σωστό.
Μόνο που η ένταση στο σπίτι μεγάλωνε. Ο Στέλιος είχε αρχίσει να τραβάει τους λογαριασμούς μπροστά μου στο τραπέζι.
«Κοίτα εδώ. Σούπερ μάρκετ, ενοίκιο, ρεύμα, πετρέλαιο. Και εσύ έδωσες τόσα για ένα μπουφάν που σε δύο μήνες δεν θα της κάνει.»
«Μη μου μιλάς λες και είμαι ανεύθυνη.»
«Όταν δανειζόμαστε από την κάρτα για παιδικά ρούχα, τι να σου πω; Μπράβο;»
Εκεί τσακιστήκαμε άσχημα. Η Μαρία ήταν στο δωμάτιό της και εγώ έκλαιγα σιωπηλά στο μπάνιο για να μην ακούσει. Όχι μόνο από θυμό. Από ντροπή. Γιατί για πρώτη φορά ένιωσα ότι ίσως κάνω κάτι που δεν ελέγχω.
Το χαστούκι δεν μου ήρθε στον καβγά. Μου ήρθε ένα Κυριακάτικο απόγευμα στην παιδική χαρά.
Της είχα βάλει ένα σετ που είχα φυλάξει «για καλό». Μπεζ, καθαρό, ακριβό, με μια μικρή επώνυμη στάμπα που εγώ τη χάζευα λες και ήταν παράσημο. Μέσα σε δέκα λεπτά, η Μαρία χώθηκε στο χώμα με δυο άλλα παιδιά. Έσκαβαν με πλαστικά κουπάκια, γελούσαν, κυλιόντουσαν σχεδόν. Τα γόνατά της γέμισαν λάσπες, το κολάν σκίστηκε λίγο, τα χέρια της έγιναν καφέ μέχρι τον καρπό.
Πήγα να φωνάξω. Ορκίζομαι, άνοιξα το στόμα μου.
Και τότε την άκουσα να λέει:
«Κοίτα, μαμά! Έφτιαξα τούρτα!»
Με κοίταζε λες και μου έδειχνε θησαυρό. Με μάγουλα κόκκινα, μαλλιά ανακατεμένα, το ακριβό της μπλουζάκι χαλασμένο. Και ήταν τόσο ευτυχισμένη. Τόσο αληθινή. Δεν την ένοιαζε τι φορούσε. Δεν ένιωθε ούτε περήφανη ούτε ντροπή. Ήταν απλώς παιδί.
Έμεινα ακίνητη. Και ξαφνικά είδα εμένα απ’ έξω. Μια μάνα που κυνηγούσε ετικέτες για να σβήσει παλιές πληγές. Μια μάνα που φόραγε στην κόρη της τον δικό της φόβο, μην τυχόν και την κοιτάξει κανείς όπως κοίταζαν κάποτε εμένα.
Το βράδυ, άνοιξα την ντουλάπα της. Ήταν γεμάτη. Πραγματικά γεμάτη. Ρούχα που πρόσεχα πιο πολύ απ’ όσο χρειαζόταν. Ρούχα για να μη λερωθούν, να μη σκιστούν, να «φαίνονται». Και δίπλα, ένα παλιό φανελάκι που φορούσε σπίτι, με έναν λεκέ που δεν έφευγε, το αγαπημένο της.
Ο Στέλιος στεκόταν στην πόρτα.
«Τι κάνεις;» με ρώτησε σιγά.
«Δεν ξέρω», του είπα. «Μάλλον… ξεσκαρτάρω το κεφάλι μου.»
Δεν γέλασε. Ήρθε μόνο κοντά.
«Δεν είσαι κακή μάνα, Ελένη.»
«Το ξέρω. Αλλά μάλλον είμαι φοβισμένη.»
Του το είπα πρώτη φορά καθαρά. Για το μπουφάν, για τα βλέμματα, για το πώς είναι να νιώθεις λιγότερο από τους άλλους επειδή φοράς ό,τι βρέθηκε. Και τότε κατάλαβε. Όχι όλα, αλλά αρκετά.
Από τότε δεν έγινα ξαφνικά άλλος άνθρωπος. Ακόμα μου αρέσει να της παίρνω κάτι όμορφο. Ακόμα, καμιά φορά, ξεφεύγω. Αλλά τώρα τη ρωτάω κι εκείνη.
Ξέρετε τι διαλέγει πιο συχνά; Ένα παλιό ροζ παντελόνι με ξεφτισμένα γόνατα. «Γιατί είναι καλό για τρέξιμο», λέει.
Και ίσως εκεί είναι όλη η αλήθεια. Τα παιδιά δεν ζητάνε να εντυπωσιάσουν. Ζητάνε χώρο να ζήσουν.
Αναρωτιέμαι πόσες φορές μπερδεύουμε την αγάπη με τις δικές μας πληγές. Και τελικά, πόσα δίνουμε στα παιδιά μας για εκείνα και πόσα για να παρηγορήσουμε τον παλιό μας εαυτό;
Εσείς θα με κρίνατε γι’ αυτό ή θα με καταλαβαίνατε λίγο;