«Μου έστειλε διαζύγιο με δικηγόρο ενώ έτρεχα μόνη μου δύο άρρωστα παιδιά σε γιατρούς και θεραπείες»

«Δεν μπορώ άλλο, Μαρία. Θα πάω στο χωριό για λίγο. Να συνέλθω. Αν μείνω εδώ, θα πεθάνω».

Το είπε με το μπουφάν μισοφορεμένο και τα κλειδιά στο χέρι, ενώ ο μικρός έκλαιγε από τον βήχα στο δωμάτιο και η μεγάλη είχε ανεβάσει πυρετό ξανά. Θυμάμαι ότι τον κοίταζα και δεν καταλάβαινα τι άκουγα. Όχι ακριβώς. Καταλάβαινα τις λέξεις, αλλά όχι το θράσος τους.

«Και εγώ τι να κάνω, Νίκο;» του είπα. «Να χωριστώ στα δύο; Έχουμε δύο παιδιά που τρέχουμε κάθε εβδομάδα σε γιατρούς».

Δεν με κοίταξε καν καλά καλά. Έσφιξε τα χείλη, έπιασε το πόμολο και είπε μόνο: «Δεν σε αφήνω. Χρειάζομαι χρόνο».

Αυτό το «χρειάζομαι χρόνο» ήταν η αρχή της καταστροφής μου.

Ο Νίκος έφυγε στους γονείς του, σε ένα χωριό έξω από τη Λαμία. Στην αρχή πίστεψα ότι όντως είχε λυγίσει. Δούλευε πολλές ώρες, είχε νεύρα, δεν κοιμόταν, παραπονιόταν για ταχυκαρδίες. Μιλούσε για burnout, για κρίση υγείας, για εξάντληση. Και ναι, τον είχα δει να σβήνει λίγο λίγο. Δεν είμαι πέτρα. Τον λυπήθηκα.

Αλλά η λύπηση κρατάει λίγο όταν είσαι μόνη με δύο παιδιά που χρειάζονται παρακολούθηση, εξετάσεις, φάρμακα, φυσικοθεραπείες και λεφτά. Πολλά λεφτά.

Δούλευα ήδη σε λογιστικό γραφείο στην Αθήνα, με ωράριο που ποτέ δεν ήταν πραγματικά ωράριο. Το πρωί άφηνα τη Δάφνη στο σχολείο με την τσάντα και το νερό της, αλλά πάντα με την αγωνία μήπως με πάρουν τηλέφωνο ότι ζαλίστηκε πάλι. Τον μικρό, τον Στέλιο, τον πήγαινα σε πνευμονολόγο, σε αλλεργιολόγο, σε παιδίατρο. Νεφελοποιήσεις, εξετάσεις αίματος, χαρτιά για ΕΟΠΥΥ, αναμονές σε διαδρόμους που μύριζαν αντισηπτικό και κούραση.

Και εκείνος; Στην αρχή έπαιρνε κανένα τηλέφωνο.

«Πώς είναι τα παιδιά;»

«Πώς να είναι, Νίκο; Τρέχω σαν τρελή».

«Δεν είμαι καλά ακόμα. Ο γιατρός μού είπε να αποφύγω το στρες».

Ήθελα να του ουρλιάξω. Να του πω ότι εγώ μάλλον είμαι σε σπα και δεν το ξέρω. Αλλά κρατιόμουν. Γιατί όταν έχεις παιδιά άρρωστα, δεν έχεις την πολυτέλεια να διαλυθείς. Σκουπίζεις μάτια, δένεις κορδόνια, βάζεις πλυντήριο, ανοίγεις excel, πληρώνεις λογαριασμούς και προχωράς. Όπως όπως.

Οι μήνες πέρασαν έτσι. Με μισές κουβέντες και ολόκληρες απουσίες. Τα λεφτά που έστελνε ήταν λίγα και όχι πάντα. Μια φορά 200 ευρώ, άλλη φορά τίποτα. Όταν του έλεγα ότι δεν βγαίνω, θύμωνε.

«Μη με πιέζεις!» μου είπε ένα βράδυ. «Δεν είμαι σε κατάσταση».

«Εγώ είμαι;» του απάντησα. «Ξέρεις πόσο κάνουν τα φάρμακα του Στέλιου αυτόν τον μήνα; Ξέρεις πόσες μέρες έχασα από τη δουλειά για εξετάσεις;»

Σιωπή.

Μετά το κλασικό: «Θα δούμε».

Το «θα δούμε» έγινε ο εφιάλτης μου. Γιατί εγώ έβλεπα τα πάντα. Το ενοίκιο. Το ρεύμα. Τα σουπερμάρκετ που κάθε βδομάδα άφηνα πράγματα πίσω στο ταμείο. Τη Δάφνη να με κοιτάζει και να λέει χαμηλόφωνα «μαμά, μην αγχώνεσαι». Παιδί εννιά χρονών. Να παρηγορεί εμένα.

Κάπου εκεί άρχισα να καταλαβαίνω ότι δεν θα γυρνούσε. Όχι επειδή μου το είπε. Επειδή δεν ρώταγε πια λεπτομέρειες. Δεν ήξερε ποιος γιατρός παρακολουθεί ποιο παιδί. Μπέρδευε τις αγωγές. Μιλούσε σαν θείος από μακριά, όχι σαν πατέρας.

Και μετά ήρθε ο φάκελος.

Μεσημέρι, στο γραφείο. Είχα μόλις τελειώσει μια δήλωση ΦΠΑ όταν με πήρε η γραμματέας και μου είπε ότι με ζητάνε κάτω. Κατέβηκα και μου έδωσαν ένα έγγραφο από δικηγορικό γραφείο. Το άνοιξα όρθια, δίπλα στο ασανσέρ.

Αίτηση διαζυγίου.

Ένιωσα να μου κόβονται τα γόνατα. Όχι γιατί δεν το φοβόμουν. Αλλά γιατί ήρθε έτσι. Χωρίς μια κουβέντα. Χωρίς ένα «συγγνώμη». Χωρίς ούτε λίγη ντροπή.

Τον πήρα αμέσως.

«Μου έστειλες δικηγόρο;»

«Δεν γινόταν αλλιώς», είπε ψυχρά. «Αυτό έχει τελειώσει».

«Για σένα ίσως. Για μένα αρχίζει τώρα ο πόλεμος. Ξέρεις τι αφήνεις πίσω σου;»

«Μην κάνεις σκηνές, Μαρία».

Μην κάνω σκηνές. Εκείνη τη στιγμή γέλασα. Ένα γέλιο ξερό, άσχημο. Από αυτά που σε τρομάζουν και εσένα τον ίδιο.

Μετά ήρθαν τα πρακτικά. Δικηγόρος, χαρτιά, βεβαιώσεις, αποδείξεις εξόδων, ιατρικοί φάκελοι, πιστοποιητικά, αιτήσεις για διατροφή. Έμαθα λέξεις που δεν ήθελα ποτέ να μάθω. Προσωρινή διαταγή. Ασφαλιστικά μέτρα. Επιμέλεια. Καταβολή διατροφής. Και μέσα σε όλα αυτά, εγώ να συνεχίζω να σιδερώνω σχολικές μπλούζες στις έντεκα το βράδυ και να βάζω ξυπνητήρι για αιματολογικές στις έξι το πρωί.

Οι γονείς του δεν με πήραν ούτε μία φορά να ρωτήσουν τι χρειάζονται τα παιδιά. Μόνο μια φορά η πεθερά μου είπε: «Κι ο Νίκος περνάει δύσκολα, να το καταλάβεις».

Της απάντησα ήρεμα, γιατί αν άρχιζα δεν θα τελείωνα ποτέ.

«Τα εγγόνια σας περνάνε δύσκολα. Αυτά να καταλάβετε πρώτα».

Δεν ξέρω από πού βρήκα δύναμη. Αλήθεια. Ίσως δεν βρήκα. Ίσως απλώς δεν είχα επιλογή. Πού να πας όταν σε περιμένουν δύο παιδιά στο σπίτι; Να ξαπλώσεις και να κλαις; Το έκανα και αυτό, ναι. Στο μπάνιο. Σιγά. Με τη βρύση ανοιχτή.

Αλλά την άλλη μέρα σηκωνόμουν. Έφτιαχνα τοστ. Έψαχνα φτηνότερο φαρμακείο. Μιλούσα με δικηγόρο στο διάλειμμα. Παρακαλούσα στη δουλειά για λίγη κατανόηση. Και το βράδυ αγκάλιαζα τα παιδιά και τους έλεγα ότι όλα θα πάνε καλά, ενώ δεν ήμουν καθόλου σίγουρη.

Τώρα περιμένω ακόμα αποφάσεις, χαρτιά, ημερομηνίες. Παλεύω να μπει μια τάξη. Να πληρώνονται αυτά που πρέπει. Να μη μεγαλώσουν τα παιδιά μου με την αίσθηση ότι ο πατέρας τους τα άφησε επειδή ήταν βάρος. Αυτό είναι που με καίει πιο πολύ.

Δεν ξέρω αν συγχωριέται μια τέτοια φυγή. Ούτε αν πρέπει.

Εσείς πείτε μου… ένας άνθρωπος που φεύγει όταν τον χρειάζονται πιο πολύ, είναι άρρωστος ή απλώς έφυγε γιατί τον βόλευε; Και πόσα μπορεί να αντέξει μια μάνα πριν σπάσει;