«Όταν η μάνα μου έπεσε άρρωστη, θυμήθηκε εμένα — αλλά μόνο για να τη σηκώσω πάλι όρθια»

«Πού είναι ο Στέλιος τώρα;» ψιθύρισε η μάνα μου μέσα από τη μάσκα οξυγόνου, κι εγώ έμεινα να την κοιτάω με το χαρτί της εισαγωγής τσαλακωμένο στο χέρι. Ήμουν από τις έξι το πρωί στα επείγοντα του Ευαγγελισμού, άυπνη, με καφέ κρύο, ιδρωμένη, με τον άντρα μου να έχει μείνει σπίτι με τα παιδιά, κι εκείνη, ανάμεσα σε μένα και τον ορό της, έψαχνε πάλι τον γιο της.

Εκεί λύγισα μέσα μου. Όχι απ’ την κούραση. Από εκείνο το γνώριμο, παλιό κάψιμο. Αυτό που κουβαλάς από παιδί και λες «άστο, μην το κάνεις θέμα», μέχρι που μια μέρα δεν χωράει άλλο.

Ο Στέλιος ήταν πάντα ο κανακάρης. Ο μικρός. «Το αγόρι του σπιτιού». Αν έσπαγε κάτι, γελούσε η μάνα μου. Αν αργούσε να γυρίσει, «νέος είναι». Αν χρώσταγε, «θα στρώσει». Εγώ, η Δέσποινα, έπρεπε να είμαι σωστή. Να διαβάζω. Να βοηθάω. Να μην απαντάω. Να καταλαβαίνω.

Θυμάμαι ακόμη να είμαι δεκαπέντε χρονών και να πλένω πιάτα, ενώ εκείνος έβγαινε για καφέ στην πλατεία.

«Μαμά, γιατί πάντα εγώ;» είχα τολμήσει να πω.

Και χωρίς καν να με κοιτάξει, μου είπε:

«Εσύ είσαι πιο ώριμη. Ο αδελφός σου δεν μπορεί.»

Αυτό το «δεν μπορεί» τον ακολουθούσε μια ζωή. Και το δικό μου «μπορείς εσύ» με έπνιγε μια ζωή.

Μεγαλώσαμε στο Αιγάλεω, σε ένα σπίτι που μύριζε φασολάδα, χλωρίνη και ένταση. Ο πατέρας μου είχε φύγει νωρίς απ’ τη ζωή, και από τότε εγώ έγινα κάτι μεταξύ κόρης, νοικοκυράς και σιωπηλού τοίχου που άκουγε τα πάντα. Όταν παντρεύτηκα τον Γιώργο, νόμιζα πως επιτέλους θα γλιτώσω. Αλλά όχι. Πάλι εγώ έτρεχα για τη μάνα μου, για λογαριασμούς, για χαρτιά, για γιατρούς. Ο Στέλιος; Ένα τηλέφωνο κάθε τόσο.

«Ρε Δέσποινα, δεν μπορώ τώρα, έχω δουλειές.»

Πάντα είχε δουλειές. Πάντα κάτι του τύχαινε. Μια μετακόμιση, ένα μεροκάματο, ένα παιδί που είχε πυρετό, ένα αμάξι που χάλασε. Η ζωή του ήταν γεμάτη δικαιολογίες, η δική μου γεμάτη υποχρεώσεις.

Όταν η μάνα μου έπαθε το εγκεφαλικό, ήμουν η μόνη που μπήκε στο ασθενοφόρο. Η μόνη που υπέγραψε. Η μόνη που άκουσε τον νευρολόγο να λέει ότι θα χρειαστεί μήνες αποκατάσταση και άνθρωπο συνέχεια δίπλα της.

Πήρα τον Στέλιο αμέσως.

«Πρέπει να βοηθήσεις. Δεν γίνεται αλλιώς.»

Σιωπή.

«Ναι… να δω πώς θα το κανονίσω.»

Δεν το κανονίσε ποτέ.

Από εκείνη τη μέρα, η ζωή μου έγινε νοσοκομεία, πάνες ακράτειας, φαρμακεία, φυσικοθεραπείες και ατελείωτα δρομολόγια. Σηκωνόμουν στις πέντε, έφτιαχνα τοστ στα παιδιά, πήγαινα τη μικρή σχολείο, έτρεχα στη μάνα μου στο Περιστέρι, της μαγείρευα, την έπλενα, της άλλαζα σεντόνια, μάλωνα με τον ΕΟΠΥΥ για εγκρίσεις, ξαναγύριζα σπίτι και μετά άκουγα κιόλας ότι «έχω νεύρα».

Ναι, είχα νεύρα. Πώς να μην έχω;

Μια μέρα, ενώ της έδενα τη ζακέτα γιατί κρύωνε συνέχεια, μου είπε:

«Να πάρεις τον Στέλιο να δεις αν έφαγε.»

Πάγωσα.

«Μαμά, εγώ είμαι εδώ από το πρωί. Εγώ σε σηκώνω, εγώ σε ταΐζω, εγώ τρέχω στους γιατρούς. Ο Στέλιος είναι σαράντα τριών χρονών. Θα φάει μόνος του.»

Με κοίταξε σαν να ήμουν εγώ η σκληρή.

«Μην του μιλάς έτσι. Είναι αδελφός σου.»

Εκεί έβαλα τα κλάματα. Άσχημα. Όχι ήσυχα. Με λυγμούς που μου έβγαιναν από χρόνια ολόκληρα.

«Κι εγώ τι είμαι; Πες μου μια φορά. Τι είμαι εγώ για σένα;»

Δεν απάντησε. Γύρισε μόνο το βλέμμα στο παράθυρο.

Αυτό ήταν το χειρότερο. Όχι ότι δεν με ευχαρίστησε. Όχι ότι δεν είπε ένα μπράβο. Αλλά ότι μέχρι τέλους έμοιαζε να θεωρεί φυσικό πως εγώ θα είμαι εκεί. Σαν έπιπλο. Σαν το νερό στη βρύση. Ανοίγεις και τρέχει.

Ο Στέλιος εμφανίστηκε δύο φορές όλες κι όλες σοβαρά. Τη μία για δέκα λεπτά στο νοσοκομείο με έναν καφέ στο χέρι και ύφος κουρασμένου ανθρώπου.

«Μην αγχώνεσαι, ρε Δέσποινα, θα το παλέψουμε όλοι μαζί.»

Όλοι μαζί. Το είπε και έφυγε πρώτος.

Τη δεύτερη, όταν χρειάστηκε να συζητήσουμε για το σπίτι της μάνας μου. Εκεί ήρθε αμέσως. Κάθισε στον καναπέ, άνοιξε τα πόδια, έπιασε και κουβέντα για «δίκαιη μοιρασιά».

Τον κοίταξα και δεν τον αναγνώριζα.

«Δίκαιη;» του είπα. «Θες να μιλήσουμε για το τι είναι δίκαιο; Να μετρήσουμε νύχτες, λεφτά, χαμένες δουλειές, άγχος, νοσοκομεία; Να τα βάλουμε κάτω;»

«Μην τα ισοπεδώνεις όλα», μου πέταξε. «Εσύ το πήρες πάνω σου.»

Αυτό με αποτελείωσε. Λες και το έκανα από χόμπι. Λες και κάποιος άλλος στεκόταν στην πόρτα και τον έδιωξα.

Το βράδυ εκείνο γύρισα σπίτι και ο Γιώργος με βρήκε στην κουζίνα να τρώω ψωμί όρθια, με το φως του απορροφητήρα μόνο ανοιχτό.

«Δεν αντέχω άλλο», του είπα.

Και τότε ξεστόμισα κάτι που ντρεπόμουν χρόνια να πω:

«Δεν πονάω μόνο γιατί κουράστηκα. Πονάω γιατί ένα κομμάτι μου ακόμα περιμένει από τη μάνα μου να με δει. Και μάλλον δεν θα γίνει ποτέ.»

Η μάνα μου έφυγε πριν από οκτώ μήνες. Στην κηδεία, ο Στέλιος έκλαιγε δυνατά και ο κόσμος έλεγε «ο γιος το πήρε βαριά». Εγώ στεκόμουν δίπλα στο φέρετρο και ένιωθα άδεια. Όχι γιατί δεν την αγάπησα. Την αγάπησα πολύ. Αλλά κουβάλησα μια αγάπη που είχε πάντα αγκάθια.

Και ακόμα παλεύω με αυτό. Με την ενοχή, τον θυμό, την πίκρα. Με την αίσθηση πως έδωσα ό,τι είχα και πάλι έμεινα η «δυνατή», δηλαδή η αόρατη.

Πείτε μου, γίνεται ποτέ να κλείσει αυτή η πληγή όταν το παιδί μέσα σου ακόμα περιμένει ένα «ευχαριστώ, κόρη μου»;

Και εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα συνεχίζατε να δίνετε ή θα φεύγατε νωρίτερα για να σωθείτε;