«Μπαμπά, μην έρθεις»: Πώς έχασα τις κόρες μου ενώ ζούσαν ακόμα, και γιατί ακόμα παλεύω να μη μείνουν για πάντα ξένες

«Μπαμπά, μην έρθεις. Θα είναι καλύτερα έτσι.»

Η φωνή της Ιωάννας στο τηλέφωνο ήταν τόσο ήρεμη, που με διέλυσε πιο πολύ κι από φωνές. Έμεινα στην κουζίνα, με τον καφέ κρύο, το τάπερ με τα γεμιστά που είχα φτιάξει για να τους πάω στο ψυγείο, και το χέρι μου να τρέμει πάνω στον πάγκο. Δεν ήξερα τι να πω. Μόνο άκουγα την ανάσα της και στο βάθος την τηλεόραση.

«Γιατί να μην έρθω; Είναι η γιορτή σου.»

Μικρή παύση.

«Δεν θέλω να γίνει άβολο.»

Άβολο. Για το παιδί μου ήμουν πια το άβολο.

Είμαι ο Στέλιος, 44 χρονών, από το Περιστέρι. Δουλεύω σε αποθήκη σε εταιρεία με ηλεκτρολογικά. Διαζευγμένος εδώ και τρία χρόνια. Έχω δυο κόρες, την Ιωάννα δεκαπέντε και τη μικρή, τη Μαρίνα, έντεκα. Ή τουλάχιστον έτσι λέω. Γιατί κάποιες μέρες νιώθω πως δεν τις έχω. Σαν να είναι παιδιά κάποιου άλλου κι εγώ απλώς ένας άνθρωπος που πληρώνει διατροφή και στέλνει μηνύματα που μένουν στο «διαβάστηκε».

Με τη Δήμητρα χωρίσαμε άσχημα. Όχι με φωνές μόνο. Με πίκρα. Με λόγια που δεν ξεχνιούνται. Με λογαριασμούς απλήρωτους, με το νοίκι να τρέχει, με τη μάνα της να μπαίνει στη μέση, με τη δική μου μάνα να λέει «κάνε υπομονή για τα παιδιά» ενώ κι εκείνη κάθε φορά που έβλεπε τη Δήμητρα πετούσε σπόντες. Το σπίτι μας είχε γίνει πεδίο μάχης πολύ πριν φύγω.

Δεν λέω πως ήμουν άγιος. Δούλευα πολλές ώρες, γύριζα κουρασμένος, είχα νεύρα. Υπήρχαν βράδια που η Ιωάννα ερχόταν να μου δείξει μια ζωγραφιά ή έναν βαθμό και εγώ έλεγα «μετά, μπαμπάς κουράστηκε». Αυτό το «μετά» μάλλον με ακολουθεί ακόμα.

Όταν βγήκε το διαζύγιο, στην αρχή έβλεπα τα κορίτσια κανονικά. Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο, μια μεσοβδόμαδη βόλτα, κάναμε και βιντεοκλήσεις. Δεν ήταν ιδανικά, αλλά υπήρχε μια γραμμή. Μετά άρχισαν οι δικαιολογίες. «Έχει φροντιστήριο.» «Έχει πρόβα.» «Δεν νιώθει καλά.» «Θα σε πάρουν εκείνες.»

Δεν έπαιρναν.

Έστελνα μήνυμα στη Μαρίνα: «Να σου φέρω εκείνα τα αυτοκόλλητα που σου αρέσουν;»

Απάντηση μετά από ώρες: «Οκ.»

Ούτε καρδούλα, ούτε «μπαμπά». Ένα ξερό «Οκ». Από ένα παιδί που κάποτε κοιμόταν πάνω μου στον καναπέ.

Πήγα σε ψυχολόγο. Μόνος μου. Ο κύριος Αργύρης, κάπου στον Κολωνό. Την πρώτη φορά ντρεπόμουν. Έλεγα, τι θα πω τώρα; Ότι οι κόρες μου με κοιτάνε σαν ξένο; Κι όμως το είπα.

«Μη ζητάτε να πάρετε πίσω αμέσως τον ρόλο που χάθηκε,» μου είπε. «Χτίστε ασφάλεια. Συνέπεια. Χωρίς πίεση.»

Το προσπάθησα. Κάθε Παρασκευή έστελνα μήνυμα. Κάθε γιορτή δώρο, όχι ακριβό, όσο άντεχα. Ένα βιβλίο, ένα φούτερ, ένα βραχιολάκι. Πλήρωνα τη διατροφή στην ώρα της, ακόμα κι όταν αναγκαζόμουν να κόψω από μένα. Έχω φτάσει να τρώω μακαρόνια τρεις μέρες για να στείλω λεφτά και να μη δώσω δικαίωμα. Γιατί στην Ελλάδα το «ο πατέρας δεν πλήρωσε» κολλάει πάνω σου σαν ρετσινιά, είτε ισχύει είτε όχι.

Και πάλι, κάθε προσπάθεια κατέληγε στον ίδιο τοίχο.

Μια Κυριακή τις πήγα για φαγητό σε μια ταβέρνα στο Χαϊδάρι. Παρήγγειλα πατάτες, κεφτεδάκια, αναψυκτικά. Ήθελα κάτι απλό, γνώριμο. Η Μαρίνα έπαιζε με το καλαμάκι. Η Ιωάννα είχε το κινητό κάτω από το τραπέζι.

«Πώς πάει το σχολείο;» ρώτησα.

«Καλά.»

«Η πρόβα;»

«Καλά.»

Μετά σιωπή. Από εκείνες τις σιωπές που ακούς τα πιρούνια από τα άλλα τραπέζια και νιώθεις ότι όλοι σε κοιτάνε, παρόλο που δεν σε κοιτάει κανείς.

«Έκανα κάτι;» τους είπα τελικά. «Θέλω να μου πείτε. Ό,τι κι αν είναι.»

Η Ιωάννα σήκωσε τα μάτια της.

«Τώρα το θυμήθηκες; Όταν ήμασταν μικρές και περίμενε η Μαρίνα στην μπαλκονόπορτα να έρθεις, πού ήσουν; Όταν κλαίγαμε κι εσύ φώναζες με τη μαμά, πού ήσουν;»

Πάγωσα. Η Μαρίνα δεν μίλησε. Μόνο έσκυψε το κεφάλι.

«Ήμουν εδώ. Απλά… έκανα λάθη.»

«Ναι, αλλά τα λάθη σου τα ζήσαμε εμείς,» είπε η Ιωάννα και ξανακοίταξε το κινητό της, λες και είχε πει κάτι συνηθισμένο.

Γύρισα σπίτι και έκλαψα στο μπάνιο σαν παιδί. Κυριολεκτικά. Με το νερό ανοιχτό για να μη με ακούει ο απέναντι. Δεν έκλαιγα μόνο για το παρόν. Έκλαιγα γιατί κατάλαβα ότι τα κορίτσια μου δεν είχαν απλώς απομακρυνθεί. Κουβαλούσαν μέσα τους μια ολόκληρη δίκη, και εγώ έμπαινα κάθε φορά στην αίθουσα χωρίς να ξέρω όλες τις κατηγορίες.

Η Δήμητρα λέει πως δεν τις επηρεάζει. Μπορεί και να λέει αλήθεια. Μπορεί να μην χρειάζεται καν. Τα παιδιά καταλαβαίνουν. Μαζεύουν βλέμματα, μισόλογα, πόρτες που κλείνουν, απουσίες, υποσχέσεις που έσπασαν. Και φτιάχνουν μέσα τους μια εικόνα. Ίσως σε αυτή την εικόνα εγώ να είμαι πάντα ο άνθρωπος που έφυγε.

Πριν από έναν μήνα, η Μαρίνα ανέβασε πυρετό και η Δήμητρα με πήρε τηλέφωνο γιατί έλειπε στη δουλειά και δεν προλάβαινε να φτάσει. Έτρεξα σαν τρελός. Πήγα σπίτι τους με φάρμακα, θερμόμετρο, χυμούς. Η μικρή ήταν στον καναπέ, κατακόκκινη.

«Μπαμπά…» μου είπε χαμηλά όταν της έβαλα κρύα κομπρέσα.

Μια λέξη μόνο. Αλλά κανονικό «μπαμπά».

Κάθισα δίπλα της δύο ώρες. Της χάιδευα τα μαλλιά όπως όταν ήταν μωρό. Κάποια στιγμή με έπιασε από τον καρπό στον ύπνο της. Σφιχτά. Δεν κουνήθηκα καθόλου. Φοβόμουν μην την ξυπνήσω, φοβόμουν πιο πολύ μην αφήσει το χέρι μου.

Όταν γύρισε η Δήμητρα, η Ιωάννα στεκόταν στην πόρτα του δωματίου. Με κοίταξε κάπως αλλιώς. Όχι ζεστά. Όχι ακόμα. Αλλά όχι και σαν ξένο.

Από τότε δεν άλλαξαν μαγικά όλα. Μην λέμε ψέματα. Ακόμα παίρνω συχνά σιωπή. Ακόμα νιώθω πως περπατάω σε νάρκες. Ακόμα κάθε συνάντηση θέλει υπομονή, λες και προσπαθώ να γνωρίσω από την αρχή τα ίδια μου τα παιδιά.

Αλλά κρατάω εκείνο το «μπαμπά» σαν να είναι φως από χαραμάδα.

Δεν ξέρω αν ένας πατέρας που άργησε μπορεί να κερδίσει ξανά χώρο στην καρδιά των παιδιών του. Ξέρω μόνο ότι δεν αντέχω να παραιτηθώ.

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Και πώς πλησιάζεις τα παιδιά σου όταν σε κοιτάνε σαν να είσαι ήδη παρελθόν;