«Κάνε υπομονή, για λίγες μέρες είναι» — έτσι με άφησε μόνη απέναντι στη μητέρα του, κι εγώ άρχισα να μην αναγνωρίζω ούτε τον γάμο μου
«Αυτό το παιδί έτσι θα το αφήσεις ξυπόλητο στα πλακάκια;» είπε η πεθερά μου με εκείνο το ήσυχο, κοφτερό ύφος της, και πριν προλάβω να σκύψω να πάρω τις παντόφλες του μικρού, τις είχε ήδη φέρει εκείνη, λες και περίμενε τη στιγμή να με διορθώσει.
Ήμασταν μόλις στο δεύτερο πρωινό στο νοικιασμένο σπίτι, έξω από την Πάργα. Ένα παλιό διώροφο με αυλή, συκιές και θέα στα βουνά της Ηπείρου. Στις φωτογραφίες έμοιαζε ονειρικό. Στην πραγματικότητα, για μένα έγινε ασφυκτικό από τις πρώτες ώρες.
Η κυρία Ευγενία δεν μου μιλούσε ποτέ ανοιχτά άσχημα. Όχι. Αυτό θα ήταν πιο εύκολο. Εκείνη χαμογελούσε.
«Εγώ αλλιώς τα έμαθα τα παιδιά μου.»
«Δεν πειράζει, κάθε σπίτι έχει τα δικά του.»
«Κούραση θα είναι, γι’ αυτό ξέχασες το αλάτι στις φακές.»
Μικρά, ήρεμα μαχαιράκια. Όλη μέρα.
Στο τραπέζι, στην κουζίνα, όταν άπλωνα πετσέτες, όταν έβαζα αντηλιακό στα παιδιά, ακόμα και όταν καθόμουν πέντε λεπτά να πιω καφέ. Πάντα υπήρχε ένα σχόλιο. Για το πώς διπλώνω τα ρούχα. Για το ότι αγοράζω έτοιμη σφολιάτα. Για το ότι ο γιος μου «έχει μάθει να κάνει ό,τι θέλει». Για το ότι η κόρη μου «είναι πολύ κρεμασμένη από πάνω μου».
Και ο Στέφανος; Ο Στέφανος έκανε αυτό που κάνει πάντα. Τίποτα.
Στην αρχή προσπαθούσα να το καταπιώ. Έλεγα, λίγες μέρες είναι. Καλοκαίρι είναι. Μην κάνεις θέμα. Μην τους χαλάσεις τις διακοπές. Αυτό δεν λέμε πάντα εμείς οι γυναίκες στον εαυτό μας μέχρι να σπάσουμε;
Το βράδυ της τέταρτης μέρας, ενώ έπλενα τα ποτήρια, η Ευγενία στάθηκε δίπλα μου και είπε χαμηλόφωνα:
«Ο Στέφανος πριν σε γνωρίσει ήταν πολύ πιο ήρεμος άνθρωπος.»
Πάγωσα.
Γύρισα και την κοίταξα. Εκείνη τακτοποιούσε τα πιάτα σαν να μιλούσε για τον καιρό.
«Τι εννοείτε;» τη ρώτησα.
«Μην το παίρνεις στραβά. Απλώς λέω πως τώρα έχει συνέχεια έννοιες. Δάνεια, άγχη, παιδιά, φωνές… ένας άντρας θέλει λίγη γαλήνη όταν γυρίζει σπίτι του.»
Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει. Όχι μόνο από θυμό. Από ντροπή. Από εκείνη τη γνώριμη ταπείνωση που δεν αφήνει σημάδι στο σώμα αλλά σε τρώει μέσα σου.
«Δηλαδή φταίω εγώ;»
Σήκωσε τους ώμους.
«Εγώ δεν είπα αυτό. Εσύ το είπες.»
Εκεί με βρήκε ο Στέφανος. Με μάτια βουρκωμένα, με σαπουνάδες στα χέρια.
«Τι έγινε πάλι;» είπε κουρασμένος.
Πάλι.
Αυτή η λέξη με αποτελείωσε πιο πολύ απ’ όλα.
Του είπα ακριβώς τι συνέβη. Περίμενα, έστω μια φορά, να πει «μαμά, φτάνει». Δεν ήθελα καβγά. Δεν ήθελα να διαλέξει στρατόπεδο. Ήθελα απλώς να παραδεχτεί ότι αυτό που ζω είναι αληθινό.
Κι εκείνος αναστέναξε.
«Μαρία, υπερβάλλεις.»
Η Ευγενία δεν μιλούσε. Στεκόταν λίγο πιο πίσω, με σταυρωμένα χέρια και εκείνο το σχεδόν θλιμμένο ύφος που την έκανε να μοιάζει αδικημένη.
«Υπερβάλλω;» είπα. «Με μειώνει όλη μέρα.»
«Δεν σε μειώνει όλη μέρα. Σου λέει καμιά κουβέντα. Μεγάλη γυναίκα είναι. Έχει έναν τρόπο.»
«Έναν τρόπο; Στέφανε, μου είπε ότι σε χάλασα.»
«Ε, δεν το είπε έτσι ακριβώς.»
«Ήσουν εδώ; Άκουσες;»
Δεν απάντησε αμέσως. Έτριψε το μέτωπό του όπως κάνει όταν θέλει να τελειώνει μια συζήτηση χωρίς να την αντιμετωπίσει.
«Κάνε λίγο υπομονή, για χάρη της ηρεμίας. Δέκα μέρες είναι. Δεν χρειάζεται να αρπαζόμαστε για όλα.»
Για χάρη της ηρεμίας.
Μόνο που η ηρεμία που εννοούσε ήταν η δική τους. Η σιωπή η δική μου. Η κατάποση η δική μου. Το να μικραίνω εγώ για να χωράει η μητέρα του άνετα μέσα στο σπίτι, μέσα στο τραπέζι, μέσα στον γάμο μας.
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα με τα παιδιά στο δωμάτιο. Ο Στέφανος έμεινε έξω στην αυλή μέχρι αργά. Άκουγα καρέκλες να σέρνονται, ψιθύρους, ένα ποτήρι να ακουμπάει στο τραπέζι. Μιλούσε μαζί της. Όχι μαζί μου.
Το επόμενο πρωί η Ευγενία μου φέρθηκε πιο γλυκά από ποτέ.
«Να σου κρατήσω τη μικρή να πας για μπάνιο. Έχεις ανάγκη να ξεκουραστείς, φαίνεσαι ταλαιπωρημένη.»
Αυτό ήταν το χειρότερο. Σαν να είχε κερδίσει. Σαν να είχε μπει οριστικά σε μια θέση πάνω από μένα και όλοι να συμφώνησαν σιωπηλά.
Στο μεσημεριανό, ο Στέφανος μιλούσε κανονικά, λες και δεν είχε συμβεί τίποτα. Ρωτούσε αν θα πάμε Σύβοτα ή στον Αχέροντα την επομένη. Τα παιδιά γελούσαν. Η πεθερά μου έκοβε καρπούζι. Κι εγώ ένιωθα σαν ξένη στο ίδιο τραπέζι με την οικογένειά μου.
Κάποια στιγμή ο μικρός έχυσε νερό πάνω στο τραπεζομάντιλο και η Ευγενία πετάχτηκε:
«Άστο, αγάπη μου, η μαμά σου κουράζεται εύκολα.»
Δεν ξέρω αν έσπασε κάτι μέσα μου τότε ή αν απλώς σταμάτησα να προσποιούμαι.
Σηκώθηκα, πήρα το κινητό και τα κλειδιά του αυτοκινήτου.
Ο Στέφανος με κοίταξε ξαφνιασμένος.
«Πού πας;»
«Μια βόλτα.»
«Τώρα;»
Τον κοίταξα πρώτη φορά χωρίς φόβο, χωρίς εκείνη την αγωνία να με καταλάβει.
«Ναι, τώρα. Γιατί αν μείνω κι άλλο εδώ μέσα, θα πω πράγματα που κρατάω μήνες. Και δεν θα σου αρέσουν.»
Έφυγα μόνη και οδήγησα χωρίς προορισμό, μέσα σε εκείνους τους δρόμους της Ηπείρου με τις στροφές και τη βαριά ζέστη, κι έκλαιγα τόσο που έπρεπε να σταματήσω στην άκρη. Όχι για την πεθερά μου. Ούτε καν για τις κουβέντες της. Έκλαιγα γιατί ο άντρας μου με είδε να λυγίζω και διάλεξε το πιο βολικό: να το πει υπερβολή.
Και αυτό δεν ήταν απλώς ένα οικογενειακό θέμα των διακοπών. Ήταν σαν να φωτίστηκαν ξαφνικά όλα όσα είχα κάνει πως δεν βλέπω τόσα χρόνια. Κάθε φορά που με άφηνε μόνη να «μην ανοίξουμε θέμα». Κάθε φορά που η δική μου στεναχώρια έμπαινε κάτω από το χαλί για να μείνουν όλοι οι άλλοι ήσυχοι.
Γύρισα αργά το απόγευμα. Κανείς δεν με ρώτησε αν είμαι καλά. Μόνο η Ευγενία είπε:
«Εντάξει, παιδί μου; Ξεθύμανες;»
Κι ο Στέφανος χαμήλωσε τα μάτια.
Από εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι που δεν ήθελα να παραδεχτώ. Δεν ένιωθα φιλοξενούμενη στο σπίτι εκείνο. Ένιωθα περιττή.
Και το πιο πικρό είναι πως δεν ξέρω αν πονάει περισσότερο η πεθερά που σε σπρώχνει στην άκρη ή ο άνθρωπός σου που σε βλέπει εκεί και δεν σε τραβάει πίσω.
Πείτε μου ειλικρινά… όταν ο σύντροφός σου σου ζητά συνεχώς να ανέχεσαι για να μην ταράζονται οι άλλοι, πόσο ακόμα λέγεται αυτό γάμος;
Εσείς θα μένατε; Ή θα μιλούσατε επιτέλους, όσο κι αν χαλούσε η «οικογενειακή ηρεμία»;