«Μας Θέλεις να Ζούμε με Ρύζι;» — Όταν Άφησα Επίτηδες το Σπίτι Μου να Πεινάσει για να Μάθω την Αλήθεια για τα Χρέη του Άντρα Μου

«Πάλι 96 ευρώ; Για ποια πράγματα, Μαρία; Για ποια;» μου πέταξε ο Στέλιος στην κουζίνα, με τη σακούλα από το σούπερ μάρκετ ακόμα στο χέρι μου και τα παγωμένα να λιώνουν στον πάγκο.

Τον κοίταξα και δεν μίλησα αμέσως. Πίσω μου η κατσαρόλα έβραζε. Ο μικρός, ο Γιάννης, φώναζε από το σαλόνι ότι πεινάει. Η Ελένη είχε απλώσει τα τετράδιά της στο τραπέζι και με κοιτούσε με εκείνο το βλέμμα που έχουν τα παιδιά όταν καταλαβαίνουν ότι πάει να ξεσπάσει καβγάς.

«Γάλα πήρα. Τυρί πήρα. Φρούτα πήρα. Σαμπουάν πήρα. Δεν ψώνισα χαβιάρι.»

«Α, ναι; Γιατί κάθε εβδομάδα τα ίδια; Έχετε ξεφύγει όλοι εδώ μέσα. Πας στα ακριβά σούπερ μάρκετ και μετά λες δεν βγαίνουμε.»

Εκείνο το “έχετε ξεφύγει” με χτύπησε άσχημα. Σαν να ήμουν εγώ το πρόβλημα. Σαν να ήταν πολυτέλεια το τοστ των παιδιών και όχι τα βασικά.

Ο Στέλιος τον τελευταίο χρόνο είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Μόνιμα σφιγμένος. Μόνιμα με το κινητό στο χέρι και μια εφαρμογή τράπεζας ανοιχτή. Γκρίνια για τη ΔΕΗ, για το πετρέλαιο, για το ψωμί, για όλα. Κι όποτε τον ρωτούσα πόσα έχουμε τελικά στην άκρη, θύμωνε.

«Άσ’ τα αυτά, τα ξέρω εγώ.»

Αυτό ήταν το χειρότερο. Τα ξέρω εγώ. Μόνος του.

Εγώ ήξερα μόνο ότι κάθε μήνα έκοβε. Από παντού. Από τα φρούτα, από τις βόλτες, από τα ιδιαίτερα της Ελένης που ήδη τα είχαμε κάνει μία φορά τη βδομάδα αντί για δύο. Αλλά τον έβλεπα να παραλαμβάνει δέματα. Μικρά, ύποπτα δέματα. Και να τα βάζει γρήγορα στην αποθήκη.

Δεν είπα τίποτα τότε. Μου μπήκε όμως η ιδέα.

«Ωραία», του είπα το ίδιο βράδυ. «Αφού λες ότι ξοδεύουμε πολλά, από αύριο θα κάνω οικονομία όπως ακριβώς τη θες εσύ.»

Σήκωσε τους ώμους. «Επιτέλους.»

Δεν ήξερε.

Την επόμενη μέρα έβρασα ρύζι.

Με λίγες φακές το μεσημέρι. Ρύζι με φασόλια το βράδυ. Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Ψωμί με λάδι για κολατσιό. Μήλα μόνο, γιατί ήταν σε προσφορά. Τίποτα αλλαντικά. Τίποτα δημητριακά. Τίποτα μπισκότα για τα παιδιά. Ό,τι πιο φτηνό και χορταστικό υπήρχε.

Ο Στέλιος στην αρχή δεν μίλησε. Ίσα ίσα, έδειχνε και ικανοποιημένος.

«Να, βλέπεις; Γίνεται.»

Την τρίτη μέρα η Ελένη πέταξε το πιρούνι της στο πιάτο.

«Μαμά, πάλι φακές;»

«Ναι, αγάπη μου.»

«Ο μπαμπάς δεν είπε να κάνουμε οικονομία; Αυτή κάνουμε.»

Ο Γιάννης άρχισε να κλαίει. Όχι υστερικά. Εκείνο το πνιχτό κλάμα που σε σφίγγει.

«Θέλω ένα τοστ μόνο… όλοι στο σχολείο έχουν κάτι. Εγώ όλο ψωμί με λάδι.»

Ο Στέλιος τον κοίταξε, μετά εμένα.

«Ε, εντάξει, μη φτάνουμε και στα άκρα.»

Γύρισα και τον κοίταξα κατάματα.

«Άκρα; Αυτά δεν είναι τα απαραίτητα; Δεν λες κάθε μέρα ότι πετάμε λεφτά; Εγώ έκοψα ό,τι δεν είναι απολύτως αναγκαίο.»

Δεν απάντησε. Μόνο νευρίασε. Πήγε να ανάψει τσιγάρο στο μπαλκόνι, ενώ είχε κόψει κι αυτά υποτίθεται. Εκεί το κατάλαβα πιο έντονα. Κάτι δεν μου έλεγε.

Το βράδυ, αφού κοιμήθηκαν τα παιδιά, άνοιξα την αποθήκη. Δεν το είχα ξανακάνει. Ένιωθα άσχημα, σαν να παραβιάζω κάτι, αλλά είχα φτάσει στα όριά μου. Μέσα σε ένα χαρτόκουτο βρήκα εξαρτήματα για μηχανή. Κράνος καινούριο. Γάντια. Και σε έναν φάκελο, αποδείξεις.

Όχι μία και δύο.

Πολλά κατοστάρικα. Λίγο λίγο, αλλά σταθερά. Κι από κάτω δύο ειδοποιήσεις από κάρτες. Καθυστερημένες δόσεις.

Ένιωσα να μου κόβονται τα πόδια. Δηλαδή μάλωνε για το κασέρι των παιδιών και έδινε λεφτά για τη μηχανή του;

Όταν μπήκε μέσα, κρατούσα τις αποδείξεις στο χέρι. Δεν φώναξα αμέσως. Αυτό τον τάραξε πιο πολύ.

«Τι είναι αυτά, Στέλιο;»

Πάγωσε. Κυριολεκτικά.

«Έψαξες τα πράγματά μου;»

«Μη γυρίζεις αλλού την κουβέντα. Τι είναι αυτά;»

Έκανε να μιλήσει, σταμάτησε, πέρασε το χέρι από το πρόσωπό του.

«Δεν είναι όπως νομίζεις.»

«Α, αυτή η ατάκα πάντα κάτι κακό σημαίνει.»

Κάθισε στην καρέκλα και για πρώτη φορά δεν έκανε τον έξυπνο. Φαινόταν κουρασμένος. Σπασμένος κάπως.

«Χρωστάω», είπε χαμηλά. «Περισσότερα απ’ όσα ξέρεις.»

Έμεινα όρθια. Δεν μπορούσα ούτε να καθίσω.

Μου τα είπε κομμάτια κομμάτια. Όταν μειώθηκαν οι υπερωρίες στη δουλειά, άρχισε να καλύπτει τρύπες με κάρτα. Μετά ήρθε το συνεργείο για το αμάξι. Μετά κάτι παλιά υπόλοιπα. Και αντί να μου μιλήσει, ντράπηκε. Φοβήθηκε, λέει, ότι θα πανικοβληθώ.

«Και τα πράγματα της μηχανής;»

Έσκυψε το κεφάλι.

«Ήταν βλακεία. Μου έφευγε το μυαλό όταν ασχολούμουν μ’ αυτό. Έλεγα θα πάρω μόνο ένα πράγμα, μετά άλλο ένα… Δεν το έλεγξα.»

Θύμωσα τόσο που άρχισα να κλαίω. Αυτό το σιχαίνομαι. Όταν κλαις ενώ θες να ουρλιάξεις.

«Άφησες τα παιδιά να νιώθουν ότι ζητάνε πολλά επειδή θέλουν γαλοπούλα για τοστ; Με έκανες να νιώθω άχρηστη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.»

«Το ξέρω», είπε. «Το ξέρω… και έχεις δίκιο.»

Σπάνιο. Πολύ σπάνιο να το πει αυτό.

Την επόμενη μέρα κάτσαμε στο τραπέζι με χαρτιά, λογαριασμούς, τις κάρτες, τα πάντα. Για πρώτη φορά όλα ανοιχτά. Χρωστούσαμε περισσότερα απ’ όσα φανταζόμουν, αλλά όχι κάτι αδύνατο να σωθεί. Αρκεί να σταματούσαν τα ψέματα. Και οι εγωισμοί.

Ο Στέλιος πούλησε τα πράγματα της μηχανής. Έκοψε πραγματικά το τσιγάρο. Ακυρώσαμε κάτι συνδρομές που ούτε θυμόμασταν. Εγώ βρήκα δύο απογευματινά καθαρίσματα τη βδομάδα σε μια κυρία στη γειτονιά, μέχρι να ισιώσουμε λίγο. Δεν ήταν ντροπή. Ντροπή ήταν να τρώει ο μικρός ξερό ψωμί για να παριστάνουμε ότι έχουμε έλεγχο.

Δεν λύθηκαν όλα μαγικά. Ακόμα μαλώνουμε καμιά φορά στο σούπερ μάρκετ. Ακόμα με πιάνει φόβος όταν τον βλέπω σιωπηλό μπροστά στο κινητό. Αλλά τώρα μου δείχνει. Δεν κρύβει.

Και πριν λίγες μέρες, ο Γιάννης μου είπε χαμηλόφωνα στην κουζίνα:

«Μαμά, σήμερα το τοστ ήταν τέλειο.»

Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκεί λύγισα πιο πολύ απ’ όλες τις φωνές.

Τελικά πόσα αντέχει ένας γάμος μέχρι να ειπωθεί η αλήθεια;
Και εσείς, θα το τραβούσατε τόσο για να ανοίξει ο άλλος τα χαρτιά του ή θα είχατε φύγει νωρίτερα;