Της έκρυβα ποιος πραγματικά ήμουν για να δω αν θα με αγαπήσει αληθινά — και την έχασα τη μέρα που έμαθε την αλήθεια

«Δηλαδή τόσους μήνες με κορόιδευες;» μου είπε η Άννα και άφησε αργά το κινητό πάνω στο τραπέζι, σαν να φοβόταν ότι αν το πετούσε θα έσπαγε μαζί του κι ό,τι είχαμε.

Στην οθόνη ήταν μια φωτογραφία μου από ένα επιχειρηματικό site. Κοστούμι, χαμόγελο, τίτλος διευθύνοντος συμβούλου, συνέντευξη για επένδυση σε ακίνητα. Το αίμα μου πάγωσε. Θυμάμαι ακόμα τον ήχο από τα κουτάλια στο διπλανό τραπέζι, τη μυρωδιά από τον καφέ, κι εκείνη να με κοιτάζει σαν να έβλεπε απέναντί της έναν ξένο.

«Άννα, άσε με να σου εξηγήσω.»

«Όχι. Πρώτα θέλω να μου πεις μόνο αυτό. Ποιος είσαι τελικά, ο Μάνος που μετρούσε τα ευρώ για τη βενζίνη ή ο Μάνος που αγοράζει κτίρια στην Αθήνα;»

Δεν απάντησα αμέσως. Και μόνο αυτή η παύση με τελείωσε.

Την Άννα τη γνώρισα πριν από οκτώ μήνες στη Θεσσαλονίκη. Εγώ μένω Αθήνα. Η ζωή μου εκεί είναι γεμάτη συσκέψεις, τηλέφωνα, δικηγόρους, λογιστές, ανθρώπους που μιλάνε συνέχεια για αριθμούς. Έχω εταιρεία με διαχείριση ακινήτων, λεφτά, γνωριμίες, ένα διαμέρισμα στο Κολωνάκι και ένα σπίτι που σχεδόν δεν χαίρομαι ποτέ.

Κι όμως, κάθε Παρασκευή περίμενα πώς και πώς να τελειώσω για να πάρω το αμάξι ή το αεροπλάνο και να ανέβω Θεσσαλονίκη. Για λίγες ώρες μαζί της γινόμουν άλλος άνθρωπος. Ή έτσι νόμιζα.

Από την αρχή αποφάσισα να μην της πω την αλήθεια. Της είπα ότι είμαι freelancer στο ψηφιακό μάρκετινγκ, ότι οι δουλειές πάνε μια καλά και μια χάλια, ότι προσπαθώ να σταθώ στα πόδια μου. Είπα μέχρι και ότι μένω σε ένα μικρό νοικιασμένο διαμέρισμα στα Πατήσια, ενώ εγώ γύριζα σε σπίτι με θέα τον Λυκαβηττό.

Γιατί το έκανα; Γιατί είχα κουραστεί. Κουραστεί να ψάχνω στα μάτια των άλλων αν κοιτάζουν εμένα ή το πορτοφόλι μου. Μια πρώην μου είχε φτάσει να μου ζητάει «βοήθεια» για τα πάντα. Ενοίκιο, δάνειο, διακοπές της αδερφής της. Κι όταν της είπα όχι, έγινα ξαφνικά ο σκληρός, ο δήθεν, ο κακός. Από τότε κάτι στράβωσε μέσα μου.

Με την Άννα δεν ήθελα να περάσω τα ίδια. Ήθελα να δω αν θα της αρέσω έτσι, απλά. Με το φτηνό μπουφάν, με το ρολόι που δεν φορούσα ποτέ, με ιστορίες για πελάτες που αργούν να πληρώσουν. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά έφτιαξα ολόκληρο ρόλο. Και τον έπαιζα καλά.

Εκείνη δούλευε σε φαρμακείο στην Τούμπα. Ξυπνούσε από τα χαράματα, γύριζε κουρασμένη, αλλά είχε έναν τρόπο να κάνει χώρο για τους ανθρώπους που αγαπούσε. Μου μαγείρευε καμιά φορά μακαρόνια με κιμά και γελούσε που εγώ το έκανα λες και ήταν γιορτή.

«Δεν πειράζει που δεν μπορούμε να πάμε κάπου ακριβά», μου έλεγε. «Καλά είμαστε κι εδώ.»

Κι εγώ αντί να λυγίσω και να της πω την αλήθεια, βολευόμουν όλο και πιο πολύ στο ψέμα. Άφηνα επίτηδες να πληρώσει εκείνη έναν καφέ. Της έλεγα «αυτόν τον μήνα είμαι στενά». Έβλεπα τη στοργή της και την περνούσα για απόδειξη. Σήμερα αυτό με πονάει πιο πολύ απ’ όλα.

Οι φίλοι μου στην Αθήνα μού έλεγαν ότι παίζω με φωτιά.

«Μάνο, δεν δοκιμάζεις άνθρωπο έτσι», μου είπε μια φορά ο ξάδερφός μου ο Στέλιος.

«Την προστατεύω. Και τον εαυτό μου», απάντησα.

Αλλά βαθιά μέσα μου ήξερα. Δεν προστάτευα τίποτα. Ήλεγχα. Αυτό έκανα.

Η αλήθεια βγήκε με τον πιο χαζό τρόπο. Ήμασταν σε μια καφετέρια στην παραλία, απόγευμα Κυριακής. Πήγα τουαλέτα και άφησα το κινητό στο τραπέζι. Μου ήρθε μήνυμα από οικονομική εφημερίδα για μια συνέντευξη που είχα δώσει. Εκείνη το είδε να ανάβει, μάλλον κοίταξε χωρίς πρόθεση στην αρχή, και μετά άνοιξε όλα όσα δεν έπρεπε να ανοίξουν.

Όταν γύρισα, δεν είχε το γνωστό της βλέμμα. Ήταν παγωμένη.

«Πόσα ακόμα δεν ξέρω;» με ρώτησε.

«Άννα, άκουσέ με…»

«Όχι, εσύ θα ακούσεις. Όταν σου έλεγα να μην αγχώνεσαι για λεφτά και σου άφηνα εγώ πενηντάρικο στο σούπερ μάρκετ, τι ένιωθες; Όταν μου έλεγες ότι δεν βγαίνεις, ενώ μπορούσες να πληρώσεις ολόκληρο το μαγαζί, τι ακριβώς σκεφτόσουν;»

Δεν ύψωσε τη φωνή της. Αυτό ήταν το χειρότερο. Αν φώναζε, ίσως να είχα ελπίδα.

«Ήθελα να είμαι σίγουρος ότι είσαι μαζί μου για μένα», της είπα. «Δεν ήθελα να σε χάσω για λάθος λόγους.»

Γέλασε πικρά.

«Και με έχασες για τον σωστό;»

Έμεινα να την κοιτάω. Δεν είχα τίποτα να πω.

Μου είπε πως δεν την πείραζαν τα λεφτά. Την πείραξε ότι της στέρησα την επιλογή να ξέρει ποιον αγαπά. Ότι την έβαλα άθελά της σε ένα τεστ που δεν ζήτησε ποτέ να δώσει. Ότι κάθε στιγμή μας τώρα της φαινόταν μολυσμένη από αμφιβολία.

«Αν είπες ψέματα για κάτι τόσο μεγάλο, γιατί να πιστέψω οτιδήποτε άλλο;» είπε και σηκώθηκε.

Την ακολούθησα μέχρι έξω.

«Σε αγάπησα, Άννα.»

Σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο. Μόνο ένα.

«Ίσως», μου είπε χωρίς να γυρίσει. «Αλλά δεν με σεβάστηκες.»

Αυτό ήταν. Δεν έκανε σκηνή. Δεν με έβρισε. Δεν ζήτησε εξηγήσεις ξανά. Μου έστειλε μετά από δύο μέρες ένα μήνυμα μόνο: «Μη με ξαναψάξεις. Θέλω χρόνο και καθαρό μυαλό.» Δεν υπήρξε επιστροφή.

Από τότε πηγαινοέρχομαι ακόμα ανάμεσα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για δουλειές, αλλά τίποτα δεν είναι ίδιο. Τα ακριβά πράγματα στο σπίτι μου μοιάζουν άδεια. Το πορτοφόλι μου είναι γεμάτο και το μέσα μου, να το πω απλά, άδειο τελείως.

Νόμιζα πως το μεγαλύτερο ρίσκο ήταν να με θέλει για τα λεφτά μου. Τελικά το μεγαλύτερο ρίσκο ήταν να μην τολμήσω να φανώ αληθινός.

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση της Άννας; Συγχωρείται ένα τέτοιο ψέμα αν έγινε από φόβο ή όταν σπάσει η εμπιστοσύνη δεν ξανακολλάει ποτέ;