«Δεν είμαι επισκέπτρια στο ίδιο μου το σπίτι»: Η μέρα που είπα στον άντρα μου πως ή μπαίνουν όρια ή τελειώνουμε
«Μαμά, πονάει η κοιλιά μου όταν φωνάζετε», είπε ο μικρός μου ο Στέλιος και πάγωσαν όλοι στην κουζίνα.
Η πεθερά μου, η κυρία Αθηνά, κρατούσε ακόμα την ξύλινη κουτάλα στο χέρι. Ο άντρας μου, ο Γιάννης, είχε μείνει με το βλέμμα καρφωμένο στο τραπέζι. Κι εγώ στεκόμουν δίπλα στον νεροχύτη, με τα χέρια βρεγμένα και την καρδιά μου να χτυπάει τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα σπάσει κάτι μέσα μου.
«Το παιδί είναι κακομαθημένο», είπε εκείνη χωρίς να χαμηλώσει τον τόνο της. «Αν το αφήνεις έτσι, Ελένη, αύριο θα σου ανέβει στο κεφάλι».
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν άντεχα άλλο.
Η Αθηνά ήρθε να μείνει μαζί μας πριν από οχτώ μήνες, όταν χειροτέρεψε η υγεία της. Είχε ζαχάρο, πίεση, ζαλάδες, και μετά από μία πτώση στο διαμέρισμά της στο Παγκράτι, ο Γιάννης είπε πως δεν γινόταν να μένει μόνη. Δεν διαφώνησα. Πραγματικά δεν διαφώνησα. Είπα το αυτονόητο. «Να έρθει, να τη φροντίσουμε».
Μόνο που άλλο είναι να φιλοξενείς έναν άνθρωπο που έχει ανάγκη κι άλλο να ξυπνάς ένα πρωί και να νιώθεις ξένη στο σπίτι που πληρώνεις, καθαρίζεις, κρατάς όρθιο.
Στην αρχή ήταν μικρά πράγματα. Μετέφερε τις κατσαρόλες «γιατί έτσι βολεύει». Πέταξε τα ταπεράκια μου γιατί «ήταν παλιατζούρες». Άνοιγε τις ντουλάπες και ξανατακτοποιούσε τα ρούχα των παιδιών. Μπήκε μέχρι και στο συρτάρι με τα φάρμακά μου και μου είπε, με εκείνο το ύφος το ήσυχο που πονάει πιο πολύ από τη φωνή, «μια χαρά είσαι, μην παίρνεις χαζοχάπια για το άγχος».
Μετά ήρθαν τα χειρότερα.
«Τα παιδιά τρώνε βλακείες.»
«Στο σπίτι δεν μιλάνε έτσι στη γιαγιά.»
«Η Μαρίνα είναι ατίθαση γιατί την αφήνεις πολύ ελεύθερη.»
«Ο Στέλιος θέλει χέρι βαρύ.»
Το έλεγε μπροστά τους. Μπροστά μου. Και ο Γιάννης; Σιωπή. Πάντα αυτή η ρημαδιασμένη σιωπή.
Το βράδυ, όταν κλείναμε την πόρτα του δωματίου μας, του μιλούσα χαμηλόφωνα για να μην ακούει η μάνα του.
«Γιάννη, δεν πάει άλλο.»
«Είναι άρρωστη, Ελένη.»
«Κι εγώ τι είμαι; Σίδερο;»
«Λίγη υπομονή σου ζητάω.»
Υπομονή. Η λέξη που γίνεται σχοινί και σε πνίγει όταν την ακούς κάθε μέρα.
Η κόρη μου η Μαρίνα άρχισε να κλείνεται στο δωμάτιό της. Ο Στέλιος ξυπνούσε τη νύχτα και ερχόταν στο κρεβάτι μας. Μια μέρα η δασκάλα με πήρε τηλέφωνο και με ρώτησε αν συμβαίνει κάτι στο σπίτι, γιατί ο μικρός έγινε νευρικός και πετάγεται με το παραμικρό. Ντράπηκα τόσο πολύ που πήγα στο μπάνιο της δουλειάς και έκλαψα σιωπηλά για να μη με ακούσει κανείς.
Κι εγώ δεν ήμουν καλύτερα. Γυρνούσα από το γραφείο και πριν βάλω το κλειδί στην πόρτα, καθόμουν δύο λεπτά στο ασανσέρ και έπαιρνα ανάσες. Ποιος άνθρωπος φοβάται να μπει στο ίδιο του το σπίτι;
Το αποκορύφωμα ήρθε ένα Σάββατο μεσημέρι. Είχα φτιάξει παστίτσιο. Τα παιδιά είχαν χαρεί, είχαμε καιρό να κάτσουμε ήρεμα όλοι μαζί. Η Αθηνά δοκίμασε μια μπουκιά, άφησε το πιρούνι κάτω και είπε:
«Αλάτι ούτε για δείγμα. Έτσι μαγειρεύουν τώρα οι νέες; Γι’ αυτό ο Γιάννης όλο απ’ έξω έτρωγε μικρός όταν έλειπα».
Γύρισα και κοίταξα τον άντρα μου.
Περίμενα, έστω μία φορά, να πει «φτάνει». Να πει «μη μιλάς έτσι». Κάτι.
Αντί γι’ αυτό, χαμογέλασε αμήχανα. Αυτό το μικρό, άθλιο χαμόγελο που λέει “κάνε λίγο πίσω να περάσει η μπόρα”.
Τότε σηκώθηκα όρθια.
«Δεν θα ξαναμιλήσεις έτσι ούτε σε μένα ούτε στα παιδιά μου», είπα στην πεθερά μου και η φωνή μου έτρεμε. «Και εσύ, Γιάννη, άκουσέ με καλά. Δεν είμαι η νοσοκόμα της μάνας σου, ούτε η υπηρέτρια κανενός. Αν δεν μπουν όρια τώρα, θα πάρω τα παιδιά και θα φύγω για λίγες μέρες. Το εννοώ.»
Σιωπή. Βαριά. Η Μαρίνα είχε βουρκώσει. Ο Στέλιος κοιτούσε το πιάτο του.
Η Αθηνά άρχισε να λέει πως την πετάμε σαν σκυλί, πως αυτή μεγάλωσε παιδί μόνη της, πως είναι αχάριστος ο γιος της. Έπιασε και το στήθος της, τρόμαξα, δεν θα πω ψέματα. Ο Γιάννης σηκώθηκε αμέσως κοντά της. Εκεί λύγισα τελείως.
«Βλέπεις;» του φώναξα. «Πάντα πρώτα εκείνη. Πάντα. Κι εγώ; Τα παιδιά σου;»
Το ίδιο βράδυ μιλήσαμε στο μπαλκόνι, χαμηλόφωνα, με την Αθήνα να βουίζει από κάτω και τα μηχανάκια να περνάνε σαν να μην καιγόταν η ζωή μας.
Του είπα καθαρά πως δεν ζητάω να την εγκαταλείψουμε. Ζητάω να σωθεί το σπίτι μας. Του πρότεινα δύο λύσεις. Ή να της νοικιάσουμε ένα μικρό στούντιο κοντά μας, να είμαστε δίπλα της κάθε μέρα, να της πηγαίνουμε φαγητό, γιατρούς, ό,τι χρειάζεται. Ή να δούμε μια καλή ιδιωτική μονάδα φροντίδας, με αξιοπρέπεια και σωστή παρακολούθηση, γιατί εγώ πια δεν μπορώ να σηκώνω μόνη μου ούτε το βάρος της αρρώστιας της ούτε τις προσβολές της.
Ο Γιάννης έκλαιγε. Πρώτη φορά τον είδα έτσι μετά τον θάνατο του πατέρα του.
«Νιώθω ότι προδίδω τη μάνα μου», μου είπε.
«Κι εγώ νιώθω ότι με πρόδωσες ήδη», του απάντησα. Και ακόμα με καίει αυτό που είπα, αλλά ήταν αλήθεια.
Τώρα είμαστε σε εκείνο το σημείο που όλα κρέμονται από μια κλωστή. Εκείνος ψάχνει περιοχές κοντά μας, Νέα Σμύρνη, Κουκάκι, μήπως βρεθεί ένα ισόγειο μικρό να μπορεί να μένει με βοήθεια. Η Αθηνά δεν μου μιλάει σχεδόν καθόλου. Τα παιδιά είναι ήσυχα, αλλά με εκείνη την ήσυχη σιωπή που δεν είναι καλό σημάδι.
Κι εγώ; Κάνω δουλειά, σπίτι, γιατρούς, λογαριασμούς, και κάθε βράδυ αναρωτιέμαι αν έκανα το σωστό ή αν απλώς έσπασα κάτι που δεν θα ξανακολλήσει.
Πείτε μου ειλικρινά… όταν βάζεις όρια για να σώσεις την οικογένειά σου, είσαι σκληρή ή απλώς φτάνεις στα ανθρώπινα όριά σου;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;