«Δεν είμαι υπηρέτρια κανενός»: Η μέρα που σταμάτησα να ζω με τις φωνές του άντρα μου, της πεθεράς μου και της μάνας μου
«Πάλι άπλυτα έχει ο νεροχύτης;» είπε η πεθερά μου, η Βάσω, πριν καλά καλά βγάλει το παλτό της.
Ο άντρας μου, ο Δημήτρης, ούτε που σήκωσε το βλέμμα από το κινητό.
«Άσ’ τα, μάνα. Η Ελένη τελευταία έχει χαθεί τελείως.»
Το είπε μπροστά στα παιδιά. Ο Μάριος σταμάτησε να ζωγραφίζει. Η μικρή, η Άννα, με κοίταξε και κατέβασε τα μάτια. Κι εγώ στεκόμουν στην κουζίνα με τα χέρια βρεγμένα, να μυρίζω χλωρίνη και φακές, και να νιώθω λες και κάποιος με πάτησε στον λαιμό.
Δεν ήταν μια κακή στιγμή. Ήταν η ζωή μου τα τελευταία οκτώ χρόνια.
Παντρεύτηκα τον Δημήτρη στα είκοσι οκτώ μου. Δούλευα τότε σε ένα φαρμακείο στη Νέα Ιωνία. Δεν έβγαζα πολλά, αλλά είχα τα δικά μου λεφτά, το πρόγραμμά μου, έναν αέρα. Όταν έμεινα έγκυος στον Μάριο, μου είπε πως δεν χρειαζόταν να κουράζομαι.
«Εγώ είμαι εδώ. Το παιδί μας να κοιτάξεις.»
Το είπε γλυκά. Σαν φροντίδα. Σαν αγάπη.
Μετά ήρθε η Άννα. Τα έξοδα ανέβηκαν. Εκείνος άρχισε να γυρνάει πιο νευρικός από τη δουλειά. Η πεθερά μου ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα χωρίς να ρωτήσει. Άνοιγε κατσαρόλες, ντουλάπια, μέχρι και τις σχολικές τσάντες.
«Το παιδί θέλει πρόγραμμα.»
«Η σάλτσα σου βγήκε νερουλή.»
«Στο σπίτι μου εγώ αλλιώς τα είχα.»
Το χειρότερο; Η μάνα μου, η Σταυρούλα, δεν με στήριζε ποτέ όπως ήθελα. Αντί να με αγκαλιάσει, μου έλεγε:
«Κάνε υπομονή, Ελένη. Όλοι οι άντρες γκρινιάζουν. Μην ανοίγεις μέτωπα για χαζά.»
Χαζά.
Χαζό ήταν που ο Δημήτρης έλεγχε και το τελευταίο ευρώ;
Χαζό ήταν που αν αγόραζα ένα μπλουζάκι για μένα, μου έλεγε «και τι το ήθελες τώρα αυτό;»
Χαζό ήταν που ένιωθα ξένη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι;
Ένα βράδυ, αφού έβαλα τα παιδιά για ύπνο, του είπα σιγά:
«Θέλω να ψάξω για δουλειά.»
Δεν θύμωσε αμέσως. Γέλασε πρώτα. Αυτό πόνεσε πιο πολύ.
«Και τα παιδιά ποιος θα τα κρατάει; Εγώ; Ή θα τα φορτώσουμε πάλι στις μάνες;»
«Θα βρούμε λύση.»
«Ποια λύση, Ελένη; Εδώ δεν προλαβαίνεις τα βασικά.»
Έμεινα να τον κοιτάω.
«Τα βασικά;»
«Ναι, τα βασικά. Το σπίτι, το φαγητό, τα παιδιά. Τώρα σου μπήκε να το παίξεις και ανεξάρτητη;»
Το “να το παίξεις” ήταν σαν χαστούκι.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Κάθισα στον καναπέ με το κινητό στο χέρι και έψαχνα αγγελίες ψιθυρίζοντας για να μην ξυπνήσω κανέναν. Σούπερ μάρκετ, γραμματειακή υποστήριξη, απογευματινή βάρδια σε φούρνο, τηλεφωνικό κέντρο. Έστειλα βιογραφικό με τρεμάμενα δάχτυλα, λες και έκανα κάτι παράνομο.
Όταν το έμαθε η Βάσω, έγινε χαμός.
«Θα αφήνεις τα παιδιά σε ξένα χέρια για να τρέχεις; Τι σου λείπει;»
«Η ησυχία μου», της απάντησα.
Πάγωσε. Δεν το περίμενε.
«Συγγνώμη;»
«Η ησυχία μου, κυρία Βάσω. Και λίγος σεβασμός.»
Ο Δημήτρης σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα.
«Μη μιλάς έτσι στη μάνα μου.»
«Και ποιος θα μιλήσει για μένα; Εσύ; Πότε ακριβώς; Όταν με λες άχρηστη μπροστά στα παιδιά;»
Για πρώτη φορά δεν έβαλα τα κλάματα. Έτρεμα, ναι. Αλλά δεν λύγισα.
Δύο μέρες μετά με πήραν από ένα μικρό λογιστικό γραφείο στο Περιστέρι. Ήθελαν άτομο για πρωινή ημιαπασχόληση. Ο μισθός δεν ήταν μεγάλος. Ήταν όμως δικός μου. Όταν το είπα στη μάνα μου, περίμενα έστω ένα «μπράβο». Αντί γι’ αυτό άκουσα:
«Και αν διαλυθεί το σπίτι σου για διακόσια πράγματα, θα αξίζει;»
Εκεί λύγισα λίγο.
«Μαμά, έχει ήδη διαλυθεί μέσα μου. Δεν το βλέπεις;»
Σιωπή. Μόνο ανάσες. Μετά άλλαξε θέμα. Κλασικά.
Ξεκίνησα δουλειά ένα βροχερό πρωινό Δευτέρας. Θυμάμαι ότι έβαλα το παλιό μου μαύρο παντελόνι και μια μπλούζα που είχα χρόνια να φορέσω. Στον καθρέφτη δεν είδα μια κουρασμένη νοικοκυρά. Είδα λίγο από την παλιά Ελένη. Και τρόμαξα με το πόσο μου είχε λείψει.
Τα πράγματα στο σπίτι δεν έγιναν εύκολα. Ο Δημήτρης στραβομουτσούνιαζε για όλα.
«Πάλι έτοιμο φαγητό;»
«Ναι. Και τα παιδιά έφαγαν, και διάβασαν, και κοιμήθηκαν στην ώρα τους. Επιβιώσαμε.»
Μια Κυριακή η πεθερά μου ήρθε με κλειδιά που της είχε δώσει παλιά ο Δημήτρης και μπήκε μέσα χωρίς να χτυπήσει.
Την κοίταξα και της είπα ήρεμα:
«Θέλω τα κλειδιά μου πίσω.»
«Τι εννοείς, παιδί μου;»
«Εννοώ πως αυτό είναι το σπίτι μου. Από εδώ και πέρα θα έρχεστε όταν σας καλούμε.»
Ο Δημήτρης κοκκίνισε.
«Έχεις ξεφύγει τελείως.»
«Όχι», του είπα. «Τώρα μαζεύομαι.»
Εκείνος πέταξε τα κλειδιά πάνω στο τραπέζι και έφυγε χτυπώντας την πόρτα. Η Άννα τρόμαξε και χώθηκε πάνω μου.
«Μαμά, θα φύγεις;» με ρώτησε.
Την έσφιξα τόσο που σχεδόν πόνεσα.
«Όχι, αγάπη μου. Τώρα μόλις γύρισα.»
Από τότε δεν έγιναν όλα όμορφα. Μην λέμε ψέματα. Έγιναν καβγάδες, παγωνιές, μέρες που ήθελα να τα παρατήσω. Ο Δημήτρης ακόμα δεν έχει καταλάβει πλήρως τι μου έκανε τόσα χρόνια. Ίσως δεν θέλει. Η μάνα μου ακόμα μου λέει καμιά φορά να «ρίχνω τους τόνους». Η Βάσω με κοιτάει σαν να της πήρα κάτι.
Αλλά εγώ πήρα πίσω εμένα.
Πληρώνω πια κάποια πράγματα χωρίς να δίνω λογαριασμό. Τα παιδιά με βλέπουν να στέκομαι όρθια. Και, το πιο σημαντικό, δεν κατεβάζω πια το κεφάλι κάθε φορά που κάποιος αποφασίζει πως ξέρει καλύτερα από μένα πώς να ζήσω.
Άργησα πολύ να καταλάβω ότι η αγάπη χωρίς σεβασμό γίνεται φυλακή.
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Και πόσο πρέπει να αντέξει μια γυναίκα μέχρι να πει επιτέλους «ως εδώ»;