«Μπήκα σπίτι μου και βρήκα τη πεθερά μου να έχει στρώσει τραπέζι για δέκα άτομα — εκείνο το βράδυ ζήτησα από τον άντρα μου να διαλέξει επιτέλους πλευρά»
«Μα καλά, τι ώρα θα βάλεις το αρνί στον φούρνο;» άκουσα τη φωνή της πεθεράς μου από την κουζίνα μου, πριν καν προλάβω να βγάλω τα παπούτσια μου. Πάγωσα στην είσοδο με τις σακούλες από το φαρμακείο στο χέρι και έναν πονοκέφαλο που μου χτυπούσε τους κροτάφους από το πρωί. Μέσα στο σπίτι μου υπήρχαν φωνές, γέλια, πιάτα πάνω στον πάγκο, και η μυρωδιά από κρεμμύδι που σοταριζόταν λες και ήταν Κυριακή του Πάσχα.
Γύρισα και την κοίταξα.
«Τι γίνεται εδώ;»
Η Σταυρούλα, η πεθερά μου, ούτε που ταράχτηκε.
«Α, ήρθες; Είπα να φωνάξω τον Θανάση με τη Βάσω και τα παιδιά, και τον αδερφό του πατέρα του Γιάννη με τη γυναίκα του. Σιγά, οικογένεια είμαστε. Θα φάμε όλοι μαζί.»
Οικογένεια. Αυτή η λέξη είχε γίνει η φυλακή μου.
Εγώ εκείνη τη μέρα είχα σχολάσει ράκος από το φαρμακείο. Είχα πει στον Γιάννη από το πρωί ότι δεν άντεχα, ότι ήθελα μόνο να κάνω ένα μπάνιο, να φάω κάτι πρόχειρο και να πέσω για ύπνο. Και είχαμε κανονίσει το βράδυ να πάμε στη Μαρία και τον Στέλιο, δυο φίλους που είχαμε μήνες να δούμε. Για πρώτη φορά μετά από καιρό είχα ανάγκη να βγω λίγο από αυτή τη μόνιμη πίεση.
Και μπαίνοντας σπίτι, βρήκα τη πεθερά μου να έχει ανοίξει με το αντικλείδι, να έχει βάλει κατσαρόλες, να δίνει εντολές και να έχει καλέσει κόσμο χωρίς να με ρωτήσει.
«Σταυρούλα, γιατί μπήκες στο σπίτι χωρίς να μου πεις;» της είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα.
Με κοίταξε σαν να ήμουν αχάριστη.
«Γιατί, παιδάκι μου; Ξένη είμαι; Και τι να σου πω δηλαδή; Θα ερχόμουν να φτιάξω φαγητό για το παιδί μου.»
Το παιδί της. Ο άντρας μου, σαρανταπέντε χρονών. Κι εγώ μέσα στο ίδιο σπίτι να νιώθω φιλοξενούμενη.
Δεν ήταν η πρώτη φορά. Χρόνια έτσι. Άλλοτε ερχόταν και άλλαζε θέση στα ντουλάπια «γιατί έτσι βολεύει». Άλλοτε έπλενε τα ρούχα μας και σχολίαζε τα πάντα. «Πάλι πολλά λεφτά δώσατε στο σούπερ μάρκετ;» «Δεν κάνει να τρως τόσο αλάτι ο Γιάννης.» «Να κάνετε παιδί, περνάνε τα χρόνια.» Μικρά καρφιά κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα, μέχρι που άρχισα να περπατάω μέσα στο σπίτι μου λες και με εξέταζαν.
Και ο Γιάννης; Πάντα το ίδιο.
«Κάνε λίγο υπομονή.»
«Μη δίνεις σημασία.»
«Έτσι είναι η μάνα μου, δεν θα αλλάξει τώρα.»
Υπομονή. Αυτή η λέξη είχε γίνει η δεύτερη φυλακή μου.
Τον πήρα τηλέφωνο εκείνη τη στιγμή.
«Γιάννη, η μάνα σου είναι σπίτι και έχει καλέσει κόσμο για φαγητό.»
Σιωπή για λίγα δευτερόλεπτα.
«Ε, εντάξει μωρέ… θα περάσουμε κι ωραία.»
Ένιωσα κάτι να σπάει μέσα μου.
«Όχι, δεν είναι εντάξει. Είμαι κουρασμένη, είχαμε άλλα σχέδια και μπήκε μέσα χωρίς να ρωτήσει. Δεν είναι φυσιολογικό αυτό.»
«Μη το κάνεις θέμα τώρα, σε παρακαλώ.»
Εκεί θόλωσα.
«Θέμα το έκανα εγώ; Ή η μάνα σου που συμπεριφέρεται λες και αυτό το σπίτι είναι δικό της; Αν σήμερα δεν μιλήσεις, Γιάννη, εγώ θα φύγω. Και δεν το λέω πάνω στα νεύρα μου.»
Το έκλεισα. Τα χέρια μου έτρεμαν. Η Σταυρούλα έκανε πως δεν άκουγε, αλλά από τον τρόπο που χτυπούσε τα πιάτα στον πάγκο, καταλάβαινες.
Σε λιγότερο από μία ώρα είχαν έρθει όλοι. Ο Θανάσης, η Βάσω, δύο ξαδέρφια, μια θεία που πάντα με ρωτούσε πότε θα γίνω μάνα. Εγώ ντυμένη ακόμα με τα ρούχα της δουλειάς, με μια εξάντληση που είχε γίνει θυμός. Ο Γιάννης μπήκε τελευταίος και τον είδα από την πόρτα. Είχε αυτό το σφιγμένο πρόσωπο που κάνει όταν δεν θέλει να δυσαρεστήσει κανέναν.
Καθίσαμε στο τραπέζι. Κανείς δεν μιλούσε όπως συνήθως. Μόνο κάτι κουτάλια, κάτι βήχες, κάτι μισές κουβέντες.
Και τότε η Σταυρούλα είπε γελώντας:
«Ε, καλά, για λίγο σπίτι αναστάτωσα, όχι και να παρεξηγηθούμε. Στο σπίτι του γιου μου ήρθα.»
Ο Γιάννης άφησε κάτω το πιρούνι.
Τον κοίταξα. Νομίζω ούτε εγώ δεν ανέπνεα.
«Μάνα,» είπε χαμηλά στην αρχή, «δεν είναι έτσι.»
Εκείνη γέλασε αμήχανα.
«Τι δεν είναι έτσι;»
Σήκωσε το βλέμμα του.
«Αυτό το σπίτι είναι δικό μας. Δικό μου και της Ελένης. Και δεν γίνεται να μπαίνεις όποτε θέλεις, να καλείς κόσμο και να αποφασίζεις για εμάς χωρίς να ρωτάς.»
Έπεσε τέτοια σιωπή που άκουγα το ρολόι του τοίχου.
Η Σταυρούλα κοκκίνισε.
«Αυτά στα λέει αυτή;»
«Όχι,» είπε ο Γιάννης, και πρώτη φορά τον είδα τόσο καθαρό, τόσο σταθερό. «Αυτά έπρεπε να στα έχω πει εγώ εδώ και χρόνια.»
Ο πεθερός μου κατέβασε το βλέμμα στο πιάτο. Η Βάσω έκανε πως ίσιωνε την πετσέτα της. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πόσο καιρό όλοι έβλεπαν και κανείς δεν μιλούσε, γιατί τους βόλευε.
Η Σταυρούλα άρχισε να λέει ότι την προσβάλαμε, ότι μόνο καλό ήθελε, ότι εγώ από την πρώτη μέρα ήθελα να τον απομακρύνω από την οικογένειά του. Τα κλασικά. Τα είχα ξανακούσει, μόνο που αυτή τη φορά δεν έσκυψα το κεφάλι.
«Δεν θέλω να τον απομακρύνω από κανέναν,» είπα. «Θέλω να ζω στο σπίτι μου χωρίς να φοβάμαι ποιος θα ανοίξει την πόρτα. Θέλω να κάνουμε εμείς κουμάντο στη ζωή μας. Δεν νομίζω ότι ζητάω κάτι παράλογο.»
Η φωνή μου έσπασε στο τέλος. Από νεύρα, από κούραση, από όλα μαζί. Ήταν άσχημο, ναι. Αλλά ήταν αληθινό.
Εκείνο το βράδυ, αφού έφυγαν όλοι μέσα σε μια παγωμένη ατμόσφαιρα, ο Γιάννης πήρε το δεύτερο κλειδί από τη μάνα του. Δεν έγινε ήρεμα. Έκλαψε, φώναξε, είπε ότι την πετάμε έξω από τη ζωή μας. Αλλά το πήρε.
Και για πρώτη φορά, κάτσαμε οι δυο μας στην κουζίνα χωρίς τρίτους ανάμεσά μας και βάλαμε κανόνες. Να μην έρχεται κανείς χωρίς συνεννόηση. Να μη δίνονται κλειδιά. Να μην αποφασίζουν άλλοι για το σπίτι μας, για το τραπέζι μας, για τον γάμο μας. Αργήσαμε πολύ, ναι. Πάρα πολύ.
Αλλά καμιά φορά πρέπει να φτάσεις στο χείλος για να πεις επιτέλους «ως εδώ».
Δεν ξέρω αν η σχέση μας με τα πεθερικά θα γίνει ποτέ πραγματικά καλή. Ξέρω μόνο ότι εκείνο το βράδυ ξαναμπήκα στο σπίτι μου και το ένιωσα λίγο πιο δικό μου.
Πείτε μου ειλικρινά, άργησα να μιλήσω ή έκανα σωστά που έβαλα όρια έστω και έτσι;
Εσείς τι θα κάνατε αν κάποιος κρατούσε το κλειδί του σπιτιού σας, αλλά όχι το μέτρο;