«Όταν ο άντρας μου διάλεξε τη μάνα του αντί για εμένα: έφυγα από το σπίτι με τον γιο μου για να ξαναβρώ την ανάσα μου»
«Μάζεψέ τα, Ελένη. Η μάνα μου δεν είναι ξένη. Μόνη της έμεινε η γυναίκα».
Ο Στέλιος το είπε χτυπώντας το χέρι του στον πάγκο της κουζίνας, κι εγώ έμεινα να τον κοιτάζω με το κουτάλι στο χέρι, λες και μου είχε ρίξει παγωμένο νερό στο πρόσωπο. Ο μικρός μας, ο Μανώλης, καθόταν στο τραπέζι και έσπρωχνε τις πατάτες με το πιρούνι, κάνοντας πως δεν ακούει. Ήταν μόνο επτά χρονών, αλλά καταλάβαινε τα πάντα.
Η πεθερά μου, η Βάσω, είχε μείνει χήρα πριν από οχτώ μήνες. Ο πεθερός μου έφυγε ξαφνικά, από ανακοπή, κι από εκείνη τη μέρα όλα άλλαξαν. Στην αρχή τη λυπήθηκα αληθινά. Πήγαινα φαγητό, της κρατούσα παρέα, της καθάριζα λίγο το σπίτι. Δεν είμαι αναίσθητη. Ξέρω τι θα πει απώλεια. Αλλά σιγά σιγά η λύπη της έγινε απαίτηση. Και η απαίτηση έγινε έλεγχος.
«Μόνη μου θα πεθάνω εδώ μέσα», έλεγε στο τηλέφωνο με λυγμούς.
«Η νύφη σου δεν σε αφήνει να έρθεις», έλεγε στον Στέλιο όταν εγώ έλειπα.
Και μετά άρχισε το άλλο.
«Τι τα θέλετε τα νοίκια; Αφήστε το σπίτι και ελάτε σε μένα. Έχω χώρο. Να μεγαλώσει και το παιδί με γιαγιά. Οικογένεια είμαστε».
Εγώ από την πρώτη στιγμή είπα όχι. Ήρεμα. Καθαρά.
«Στέλιο, μπορούμε να τη βοηθάμε κάθε μέρα, αλλά να μείνουμε μαζί δεν θα βγει καλά».
Με κοίταξε στραβά.
«Υπερβάλλεις πριν καν δοκιμάσεις».
Δοκιμάσαμε. Και ήταν ακριβώς όπως το φοβόμουν. Ίσως και χειρότερο.
Μπήκαμε στο σπίτι της στον Νέο Κόσμο με δυο βαλίτσες, το γραφείο του Μανώλη και μια υπόσχεση του Στέλιου ότι «μέχρι να συνέλθει η μάνα». Από την πρώτη εβδομάδα, η Βάσω άρχισε να μπαίνει παντού. Κυριολεκτικά παντού.
Άνοιγε τις ντουλάπες μας χωρίς να ρωτάει.
«Τα λευκά με τα χρωματιστά τα βάζεις μαζί; Έτσι σου έμαθε η μάνα σου;»
Έμπαινε στην κουζίνα πίσω μου και σήκωνε τα καπάκια.
«Πολύ λάδι έβαλες. Μετά λέτε γιατί σας πέφτει βαρύ».
Στο παιδί ήταν ακόμη χειρότερα.
«Μανώλη, μην ακούς τη μαμά σου, έλα να σου δώσω εγώ σωστό φαγητό».
«Το παιδί κρυώνει. Πού πας χωρίς φανελάκι;»
«Στέλιο, πες της να μην τον αφήνει τόσες ώρες στο τάμπλετ. Χαζεύει το παιδί».
Μιλούσε για μένα λες και δεν ήμουν μπροστά. Κι ο Στέλιος; Σιωπή. Ή το χειρότερο, συμφωνία.
«Μην τα παίρνεις όλα προσωπικά, Ελένη», μου έλεγε το βράδυ.
Το βράδυ. Στο μικρό δωμάτιο που μας είχε δώσει, με την υγρασία στον τοίχο και την αίσθηση ότι κοιμόμουν στο σπίτι κάποιου που με παρακολουθεί ακόμα κι όταν κλείνω τα μάτια.
Μια Κυριακή γύρισα από τη λαϊκή και τη βρήκα να ψάχνει την τσάντα μου.
Πάγωσα.
«Τι κάνετε;»
Σήκωσε το κεφάλι της χωρίς ίχνος ντροπής.
«Έψαχνα την απόδειξη από το κρεοπωλείο. Σου δίνουν λιγότερα ρέστα, να ξέρεις. Δεν προσέχεις».
«Η τσάντα μου είναι προσωπική».
Γύρισε και γέλασε εκείνο το κοφτό, ειρωνικό γέλιο της.
«Στο σπίτι μου δεν έχουμε μυστικά».
Το βράδυ το είπα στον Στέλιο περιμένοντας, έστω τότε, να εξοργιστεί. Να πει ένα «ως εδώ». Κάτι.
Αντί γι’ αυτό, αναστέναξε.
«Η μάνα μου είναι μεγάλος άνθρωπος. Έχει τα θέματά της. Μην κάνεις έτσι για όλα».
Για όλα; Για όλα;
Άρχισα να ξυπνάω με ταχυκαρδία. Να μην θέλω να γυρίσω σπίτι από τη δουλειά. Έμενα παραπάνω στο γραφείο μόνο και μόνο για να καθυστερήσω τη στιγμή που θα μπω μέσα και θα ακούσω τη φωνή της από την κουζίνα.
Ο Μανώλης άλλαξε κι αυτός. Έγινε ήσυχος. Πολύ ήσυχος. Μια μέρα, καθώς τον έβαζα για ύπνο, με ρώτησε ψιθυριστά:
«Μαμά, η γιαγιά είναι πιο πολύ μαμά από εσένα;»
Εκεί λύγισα.
Την επόμενη μέρα είπα στον Στέλιο ότι φεύγω.
Καθόταν στον καναπέ δίπλα στη Βάσω, που καθάριζε φασολάκια σαν να μην την αφορούσε τίποτα.
«Δεν αντέχω άλλο. Θα πάρω τον Μανώλη και θα φύγω».
Ο Στέλιος σηκώθηκε απότομα.
«Θα διαλύσεις το σπίτι μας για νεύρα και εγωισμούς;»
«Το σπίτι μας διαλύθηκε τη μέρα που με έφερες εδώ χωρίς να με ακούσεις».
Η Βάσω άφησε τα φασολάκια στην άκρη.
«Εγώ για το καλό σας τα κάνω όλα. Αχάριστη είσαι. Σε φιλοξενώ και μου παίρνεις και το παιδί;»
Τότε ο Μανώλης βγήκε από το δωμάτιο κρατώντας το σακίδιό του. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πρόσωπό του. Ούτε παιδικό ούτε μεγάλο. Σαν να είχε κουραστεί κι εκείνος πιο νωρίς απ’ όσο έπρεπε.
«Μαμά, πάμε τώρα;» είπε.
Ο Στέλιος τον κοίταξε σαστισμένος.
«Μανώλη, πού θα πας;»
Και το παιδί, με φωνή που έτρεμε, είπε:
«Εκεί που η μαμά δεν κλαίει στο μπάνιο».
Σιωπή. Βαριά. Σαν πέτρα.
Ο Στέλιος με κοίταξε τότε, αλλά ήταν αργά. Πολύ αργά. Είχε δει, είχε ακούσει, είχε καταλάβει τόσους μήνες και κάθε φορά διάλεγε να μη μιλήσει. Να μη βάλει όριο. Να μη γίνει άντρας απέναντι στη μάνα του και σύζυγος απέναντι στη γυναίκα του.
Πήρα μια τσάντα με τα απαραίτητα και έφυγα με τον γιο μου στο σπίτι της αδελφής μου στο Περιστέρι. Δεν είχα σχέδιο. Είχα μόνο ανάγκη να αναπνεύσω. Τις πρώτες μέρες κοιμόμουν σαν άρρωστη. Μετά άρχισα σιγά σιγά να βρίσκω τον εαυτό μου. Ο Μανώλης ξανάρχισε να γελάει. Αυτό μόνο μου έφτανε.
Ο Στέλιος πήρε, έκλαψε, θύμωσε, παρακάλεσε. Αλλά ποτέ δεν είπε την αλήθεια όπως ήταν. Ποτέ δεν είπε «έσφαλα, σε άφησα μόνη». Μόνο «κάνε υπομονή», «είναι μάνα μου», «τι θα πει ο κόσμος».
Ο κόσμος, όμως, δεν ήταν εκεί τα βράδια που έτρεμα να γυρίσω σπίτι. Ο κόσμος δεν άκουσε το παιδί μου να ρωτάει αν η γιαγιά είναι πιο πολύ μαμά από εμένα.
Έφυγα για να σώσω ό,τι είχε μείνει από μένα. Και κυρίως για να μη μάθει ο γιος μου ότι η αγάπη σημαίνει να μικραίνεις για να χωράνε οι άλλοι.
Τελικά, πόσα πρέπει να αντέξει μια γυναίκα μέχρι να θεωρηθεί ότι δεν φεύγει από εγωισμό, αλλά για να σωθεί;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;