«Μπαμπά, δεν έχω άλλα να σου δώσω»: Η στιγμή που διάλεξα το παιδί μου αντί για τα χρέη του πατέρα μου

«Αν δεν μου τα δώσεις σήμερα, θα με πετάξουν έξω, το καταλαβαίνεις;» μου φώναξε ο πατέρας μου στο τηλέφωνο, κι εγώ στεκόμουν στην κουζίνα με το κουτάλι στο χέρι, πάνω από μια κατσαρόλα με φακές που έβραζαν για δεύτερη μέρα.

Ο μικρός μου, ο Στέλιος, τραβούσε την μπλούζα μου και μου έλεγε ψιθυριστά «μαμά, πεινάω τώρα». Και εκείνη τη στιγμή ένιωσα να με κόβουν στα δύο. Από τη μία ο πατέρας μου, από την άλλη το παιδί μου. Πόσο να αντέξει ένας άνθρωπος πριν σπάσει;

Είμαι 32 χρονών. Μεγαλώνω μόνη μου το παιδί μου από τότε που ήταν οχτώ μηνών. Ο πατέρας του έφυγε εύκολα, σαν να άφηνε πίσω μια σακούλα σκουπίδια έξω από την πόρτα, κι εγώ έμεινα με πάνες, πυρετούς, ενοίκιο και ένα επίδομα μητρότητας του ΟΓΑ που ίσα που φτάνει για τα απολύτως βασικά. Κάνω και κάτι σποραδικά ωράρια σε ένα κατάστημα με ρούχα στην πλατεία, όποτε με χρειάζονται. Μία πρωί, μία απόγευμα, μία καθόλου. Όλα στον αέρα.

Ο πατέρας μου, ο Παναγιώτης, ήταν πάντα άνθρωπος του «έλα μωρέ, θα βρεθεί λύση». Μόνο που η λύση ήμουν εγώ. Τα τελευταία χρόνια με έπαιρνε σχεδόν κάθε μήνα. Άλλοτε για δόση δανείου που έληγε, άλλοτε για τη ΔΕΗ που θα του την έκοβαν, άλλοτε γιατί χρωστούσε σε έναν γνωστό «και ντρέπομαι να τον βλέπω στο καφενείο». Στην αρχή έδινα ό,τι μπορούσα. Πενήντα ευρώ. Ογδόντα. Μια φορά του έδωσα διακόσια και μετά έβγαλα τον μήνα με μακαρόνια, αυγά και ψωμί.

Κάθε φορά έλεγα πως είναι η τελευταία.

Δεν ήταν ποτέ.

«Εγώ για εσένα δεν θυσίασα τη ζωή μου;» μου έλεγε.

«Μπαμπά, δεν λέω αυτό, αλλά δεν βγαίνω…»

«Δεν βγαίνεις; Εγώ να δεις. Εμένα με κυνηγάνε δικηγόροι. Θα με αφήσεις έτσι; Στα χέρια τους;»

Και μετά ησυχία. Εκείνη η βαριά ησυχία που σε κάνει να νιώθεις αχάριστη. Σαν να του χρωστούσα την ίδια μου την ύπαρξη.

Μερικές φορές θύμωνα. Όχι μόνο μαζί του. Και με μένα. Γιατί έτρεμα κάθε φορά που χτυπούσε το κινητό. Γιατί πριν καν μιλήσει, ήξερα. Πάλι λεφτά. Πάλι πίεση. Πάλι το ίδιο έργο.

Η αδερφή μου, η Ελένη, μου τα έλεγε καιρό.

Καθόμασταν ένα βράδυ στο μπαλκόνι της, με δύο καφέδες από το χέρι και τα πόδια μας πάνω σε πλαστικές καρέκλες, κι εγώ της έλεγα κλαίγοντας ότι δεν έχω άλλα.

«Δεν σώζεται έτσι, Μαρία», μου είπε.

«Είναι ο πατέρας μας.»

«Ναι. Και εσύ είσαι μάνα. Το θυμάσαι αυτό όταν σου ζητάει λεφτά; Γιατί εκείνος δεν το θυμάται.»

Την κοίταξα και θύμωσα λίγο. Όχι γιατί είχε άδικο. Αλλά γιατί είχε.

«Αν δεν του δώσω, θα πάθει κάτι.»

Η Ελένη ακούμπησε το χέρι της πάνω στο δικό μου.

«Κανείς δεν μπορεί να σώσει κάποιον που δεν θέλει να αλλάξει. Του καλύπτετε τις τρύπες χρόνια. Και εκείνος ανοίγει κι άλλες.»

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου. Άκουγα τον Στέλιο να ανασαίνει δίπλα μου και κοίταζα το ταβάνι. Είχα στο πορτοφόλι μου 65 ευρώ μέχρι το τέλος της εβδομάδας. Έπρεπε να πάρω γάλα, πάνες και να πληρώσω και το νερό που είχε μείνει πίσω. Και εγώ σκεφτόμουν αν θα τα δώσω πάλι στον πατέρα μου για να κλείσει μια τρύπα που αύριο θα ξανάνοιγε.

Το επόμενο πρωί με πήρε ξανά.

Δεν πρόλαβε καλά καλά να αρχίσει.

«Μαρία, μίλησα με έναν άνθρωπο, αν του δώσω σήμερα ένα ποσό θα—»

«Δεν έχω να σου δώσω.»

Σιωπή.

«Τι εννοείς δεν έχεις;»

«Εννοώ αυτό ακριβώς. Δεν μπορώ να σου δώσω άλλο ούτε ένα ευρώ.»

Η φωνή του ανέβηκε αμέσως.

«Μπράβο. Αυτή είσαι. Όταν μεγαλώσεις παιδί να δεις τι θα πει θυσία.»

Πήρα ανάσα, αλλά τα χέρια μου έτρεμαν.

«Μεγαλώνω ήδη παιδί, μπαμπά. Μόνη μου. Και του στερώ πράγματα για να καλύπτω τα δικά σου χρέη.»

«Δηλαδή με αφήνεις να καταστραφώ;»

«Όχι. Σταματάω να καταστρέφομαι εγώ μαζί σου.»

Δεν μίλησε για λίγα δευτερόλεπτα. Άκουγα μόνο την ανάσα του, κοφτή, θυμωμένη.

«Να μην ξαναζητήσω τίποτα, λοιπόν;» είπε τελικά, παγωμένα.

Έκλεισα τα μάτια μου.

«Αν είναι για λεφτά, όχι. Αν θέλεις βοήθεια να πας σε λογιστή, να δεις ρύθμιση, να κόψεις έξοδα, να τρέξω μαζί σου σε υπηρεσίες, θα έρθω. Αλλά λεφτά δεν έχει άλλο.»

«Κράτα τα, τότε», μου πέταξε. «Να τα χαρείς.»

Και το έκλεισε.

Έμεινα ακίνητη στην κουζίνα. Νόμιζα ότι θα λυγίσω, ότι θα τον πάρω πίσω και θα πω «εντάξει, να δω τι μπορώ να κάνω». Το παλιό μου εγώ αυτό θα έκανε. Το ήξερα. Αλλά εκείνη τη στιγμή ο Στέλιος ήρθε με τις κάλτσες του στραβά και μου έδειξε το άδειο ποτήρι του.

«Μαμά, γαλατάκι;»

Αυτό ήταν. Εκεί προσγειώθηκα.

Δεν έγινα σκληρή από τη μια μέρα στην άλλη. Τις επόμενες μέρες ένιωθα ενοχές, φόβο, ντροπή. Ο πατέρας μου δεν μου μιλούσε. Έλεγε στην Ελένη ότι τον εγκαταλείψαμε. Σε μια θεία είπε πως «οι κόρες του τον ξέχασαν». Πόνεσα πολύ, δεν θα πω ψέματα. Ακόμα πονάω.

Αλλά για πρώτη φορά μετά από χρόνια, πήγα σούπερ μάρκετ και ψώνισα χωρίς να σκέφτομαι ποιον θα πρωτοσώσω. Πήρα φρούτα για το παιδί μου. Πήρα και λίγο κιμά. Μικρά πράγματα. Τεράστια για μένα.

Δεν ξέρω αν ο πατέρας μου θα αλλάξει. Μακάρι. Ξέρω μόνο ότι εγώ δεν μπορούσα άλλο να μπερδεύω την αγάπη με την οικονομική αιμορραγία. Δεν γινόταν.

Πείτε μου ειλικρινά… όταν ο άνθρωπος που σε έφερε στον κόσμο σε τραβάει στον πάτο, μέχρι πού είναι χρέος και από πού αρχίζει η αυτοπροστασία;

Εσείς θα βάζατε όριο ή θα συνεχίζατε να δίνετε, έστω κι αν έλειπαν από το παιδί σας;