Γύρισα σπίτι νωρίτερα και βρήκα τον άντρα μου με την κολλητή μου — εκείνη τη νύχτα δεν διαλύθηκε μόνο ο γάμος μου, διαλύθηκα κι εγώ

«Μαρία, άνοιξε την πόρτα τώρα». Αυτό φώναξα, με τα κλειδιά να τρέμουν στο χέρι μου και τις σακούλες από το σούπερ μάρκετ πεσμένες στο πλακάκι της εισόδου. Από μέσα άκουσα ένα πνιχτό «περίμενε», τη φωνή του άντρα μου, του Στέλιου, και μετά σιωπή. Αυτή η σιωπή ήταν το τέλος μου.

Έσπρωξα την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και τους είδα. Τον Στέλιο μισοντυμένο. Τη Μαρία, τη φίλη μου από το λύκειο, να προσπαθεί να τραβήξει το σεντόνι πάνω της. Για ένα δευτερόλεπτο δεν ένιωσα τίποτα. Ούτε φωνή, ούτε δάκρυ. Μόνο ένα βουητό στ’ αυτιά.

«Πόσο καιρό;» ήταν το μόνο που κατάφερα να πω.

Η Μαρία δεν με κοίταζε καν. Ο Στέλιος έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.

«Ελένη, άσε με να σου εξηγήσω…»

«Μη με ακουμπήσεις!» ούρλιαξα τόσο δυνατά που τρόμαξα και εγώ η ίδια.

Εκείνη τη στιγμή άκουσα το κλειδί στην εξώπορτα. Τα παιδιά. Ο Γιάννης και η μικρή μας, η Δάφνη, γύριζαν από το φροντιστήριο με τη μάνα μου. Αυτό ήταν που με τσάκισε. Όχι μόνο αυτό που είδα. Το ότι έπρεπε μέσα σε δευτερόλεπτα να μαζέψω τα κομμάτια μου και να σταθώ όρθια μπροστά στα παιδιά μου σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Η μάνα μου κατάλαβε από το πρόσωπό μου. Με τράβηξε στην κουζίνα.

«Τι έγινε;» μου ψιθύρισε.

«Η Μαρία… με τον Στέλιο…»

Δεν πρόλαβα να τελειώσω και έπιασα τον πάγκο για να μη σωριαστώ.

Εκείνο το βράδυ η Μαρία έφυγε σαν κλέφτρα. Ο Στέλιος κοιμήθηκε στον καναπέ. Εγώ ξάπλωσα δίπλα στη Δάφνη, που με ρώτησε με τα μισόκλειστα μάτια: «Μαμά, γιατί κλαις;» Και της είπα ψέματα. Το πρώτο από τα πολλά.

Την επόμενη μέρα ο Στέλιος είπε ότι «είχε γίνει μπέρδεμα», ότι «ήταν μια αδυναμία», ότι «τον τελευταίο καιρό ήμασταν απομακρυσμένοι». Αυτές οι λέξεις με έκαναν έξαλλη. Απομακρυσμένοι; Εγώ δούλευα πρωί σε φούρνο και το απόγευμα έτρεχα σπίτι, παιδιά, μαγείρεμα, λογαριασμούς. Εκείνος είχε μείνει πριν μήνες χωρίς σταθερή δουλειά και έκανε κάτι μεροκάματα όποτε έβρισκε. Πνιγόμασταν οικονομικά, αλλά εγώ πάλευα. Και μέσα σε όλο αυτό, η κολλητή μου ερχόταν σπίτι, έπινε καφέ μαζί μου, έπαιζε με τα παιδιά μου και μετά… μετά πήγαινε με τον άντρα μου στο ίδιο μου το κρεβάτι.

Πήρα τη Μαρία τηλέφωνο. Δεν ήθελα εξηγήσεις, αλλά τελικά ήθελα. Ή ίσως ήθελα να την ακούσω να σπάει.

«Πώς μπόρεσες;» της είπα.

Από την άλλη άκρη ακούστηκε ανάσα βαριά.

«Δεν έγινε όπως νομίζεις…»

«Α, ναι; Και πώς έγινε; Σκόνταψες και έπεσες πάνω του;»

Έκλεισε το τηλέφωνο. Αυτό ήταν. Δεκαπέντε χρόνια φιλίας, τέλος με ένα κλικ.

Μετά άρχισε ο πραγματικός πόλεμος. Όχι τα δάκρυα. Τα χαρτιά.

Το σπίτι ήταν στο όνομα και των δυο μας. Το είχαμε πάρει με δάνειο, με βοήθεια και από τον πεθερό μου. Ο Στέλιος δεν ήθελε να φύγει. «Εδώ είναι και τα παιδιά μου», έλεγε. Και είχε δίκιο. Αλλά ήταν και το μόνο σπίτι που ήξεραν τα παιδιά. Ο Γιάννης είχε αρχίσει να κλείνεται στον εαυτό του. Η Δάφνη ξυπνούσε τη νύχτα και ερχόταν στο κρεβάτι μου.

Μία Κυριακή, μπροστά στα παιδιά, έγινε το χειρότερο.

«Δεν θα με πετάξεις έξω από το σπίτι μου!» φώναξε ο Στέλιος.

«Το σπίτι σου; Μόνος σου το πλήρωσες;»

«Μη βάζεις τα παιδιά εναντίον μου!»

Ο Γιάννης πέταξε το ποτήρι κάτω. Έσπασε παντού.

«Σταματήστε!» ούρλιαξε. «Νομίζετε ότι δεν ξέρουμε; Νομίζετε ότι είμαστε χαζοί;»

Εκεί πάγωσα. Γιατί ό,τι και να είχαμε κάνει για να τα προστατεύσουμε, τα παιδιά είχαν ήδη πληγωθεί.

Έφτασα σε σημείο να μην μπορώ να σηκωθώ από το κρεβάτι. Πήγαινα στη δουλειά σαν ρομπότ. Γυρνούσα σπίτι και ένιωθα ότι πνίγομαι μέσα στους τοίχους. Μια συνάδελφος, η Κατερίνα, μου είπε ήσυχα ένα πρωί: «Πήγαινε σε έναν ψυχολόγο. Δεν είναι ντροπή». Ντράπηκα που το άκουσα, αλλά πιο πολύ ντράπηκα που είχα αφήσει τον εαυτό μου να διαλυθεί έτσι.

Πήγα.

Στις πρώτες συνεδρίες σχεδόν δεν μιλούσα. Έκλαιγα μόνο. Σιγά σιγά άρχισα να ξεμπλέκω το κουβάρι. Δεν έφταιγα εγώ για την προδοσία τους. Δεν ήμουν λίγη. Δεν ήμουν τρελή επειδή θύμωνα, επειδή ούρλιαζα, επειδή μια μέρα ήθελα να τον διώξω και την άλλη φοβόμουν πώς θα τα βγάλω πέρα μόνη.

Έκανα και δεύτερη δουλειά, καθάριζα δύο απογεύματα σε ένα γραφείο στη γειτονιά. Δεν ήταν ζωή εύκολη, αλλά ήταν δική μου προσπάθεια. Με τον δικηγόρο κανονίσαμε προσωρινά τα θέματα με τα παιδιά. Μένουν μαζί μου, ο Στέλιος τα βλέπει συγκεκριμένες μέρες. Κάθε συνεννόηση μαζί του είναι κόμπος στο στομάχι, αλλά τουλάχιστον τώρα υπάρχουν όρια.

Η Μαρία προσπάθησε μία φορά να μου στείλει μήνυμα. «Συγγνώμη για όλα». Το κοίταξα πολλή ώρα και δεν απάντησα. Δεν ήταν εκδίκηση. Ήταν ότι δεν είχα πια τίποτα να της πω.

Σήμερα ακόμα δεν είμαι καλά κάθε μέρα. Υπάρχουν πρωινά που δένω τα κορδόνια μου και ξαφνικά θυμάμαι τα πάντα. Υπάρχουν βράδια που τα παιδιά κοιμούνται και το σπίτι μοιάζει ξένο. Αλλά τώρα, τουλάχιστον, αναπνέω. Και αυτό για μένα είναι αρχή.

Πείτε μου ειλικρινά… μια τέτοια προδοσία συγχωρείται ποτέ ή απλώς μαθαίνεις να ζεις με το σημάδι;

Και όταν υπάρχουν παιδιά στη μέση, πώς κρατάς την ψυχή σου όρθια χωρίς να τη φορτώσεις και σ’ εκείνα;