«Τον βρήκα με τη φίλη που είχα από το νηπιαγωγείο — και μετά έπρεπε να πω στην κόρη μας γιατί ο πατέρας της έφυγε»
«Μαμά, γιατί η νονά έχει το πουκάμισο του μπαμπά;»
Αυτή ήταν η στιγμή που ένιωσα να κόβονται τα γόνατά μου.
Στεκόμουν στην πόρτα του ξενώνα, με τις σακούλες από το σούπερ μάρκετ να μου γλιστράνε από τα χέρια, και η μικρή μου, η Δάφνη, τραβούσε το μανίκι μου. Η Άννα, η φίλη μου από το νηπιαγωγείο, η γυναίκα που είχε κοιμηθεί σπίτι μου άπειρες φορές, στεκόταν ξυπόλυτη μπροστά μου φορώντας το γαλάζιο πουκάμισο του άντρα μου. Του Στέφανου.
Ο Στέφανος βγήκε από μέσα και μόλις με είδε, πάγωσε.
«Ελένη, δεν είναι αυτό που—»
«Μη. Μη μου το πεις αυτό. Όχι εσύ.»
Η Άννα χαμήλωσε το βλέμμα. Ούτε καν είχε το θάρρος να με κοιτάξει.
Το χειρότερο δεν ήταν ότι με πρόδωσε ο άντρας μου. Το χειρότερο ήταν ότι με πρόδωσε μαζί της. Με τη μία άνθρωπο που ήξερε τα πάντα για μένα. Που είχε έρθει στο μαιευτήριο όταν γέννησα. Που καθόταν στο τραπέζι μας τις Κυριακές και έτρωγε με το παιδί μου.
Η Δάφνη ήταν τότε εννιά χρονών. Πολύ μικρή για να καταλάβει. Και όμως, τα παιδιά καταλαβαίνουν τα πάντα. Απλώς δεν έχουν τις λέξεις.
Εκείνο το βράδυ ο Στέφανος έφυγε από το σπίτι. Όχι με φωνές, όχι με δράματα σαν αυτά που βλέπεις στις σειρές. Πιο άσχημα. Με μια βαλίτσα, δύο σακούλες και ένα «θα μιλήσουμε όταν ηρεμήσουν τα πράγματα».
Ποια πράγματα να ηρεμήσουν; Το σπίτι μας είχε μόλις τιναχτεί στον αέρα.
Την επόμενη μέρα έπρεπε να πάω στη δουλειά. Δούλευα σε ένα φαρμακείο στον Κορυδαλλό, οχτάωρο που γινόταν δεκάωρο όταν έλειπε κόσμος. Μπήκα μέσα πρησμένη από το κλάμα και η προϊσταμένη μου, η κυρία Βάσω, με κοίταξε μόνο μια φορά.
«Αν θες να πας πίσω, πήγαινε. Εδώ θα τα βολέψουμε.»
Κούνησα το κεφάλι.
«Όχι. Αν κάτσω σπίτι, θα διαλυθώ.»
Αλλά διαλυόμουν και εκεί. Γιατί μέχρι το μεσημέρι το ήξερε ήδη μισή γειτονιά. Δεν ξέρω πώς. Στην Ελλάδα ζούμε. Μια πολυκατοικία να αναστενάξει, το μαθαίνει το τετράγωνο. Μια πελάτισσα ήρθε να πάρει πίεση και μου είπε με ύφος λύπησης που με έκανε να θέλω να ουρλιάξω:
«Κουράγιο, κορίτσι μου. Οι άντρες είναι λίγοι.»
Δεν με πονούσε μόνο η προδοσία. Με έκαιγε η ντροπή. Αυτή η βλαμμένη η ντροπή που, ενώ δεν έφταιξα, καθόμουν και ένιωθα ότι όλοι με κοιτάνε σαν να μην κατάφερα να κρατήσω ούτε τον άντρα μου ούτε τη φίλη μου.
Η Δάφνη άρχισε να αλλάζει. Έκλεινε την πόρτα του δωματίου της πιο δυνατά. Δεν ήθελε να πάει αγγλικά. Δεν έτρωγε καλά. Μια μέρα τη βρήκα να σκίζει μια φωτογραφία από τις διακοπές μας στη Νάξο.
«Γιατί το κάνεις αυτό;» τη ρώτησα.
Με κοίταξε με μάτια θυμωμένα, βουρκωμένα.
«Γιατί όλοι λένε ψέματα. Και εσύ έλεγες ότι η Άννα είναι οικογένεια.»
Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Κάθισα δίπλα της στο πάτωμα και απλώς την αγκάλιασα, ενώ εκείνη στην αρχή αντιστάθηκε και μετά λύγισε πάνω μου.
Ο Στέφανος έπαιρνε τηλέφωνο όποτε τον βόλευε. Μια Κυριακή έταξε στη μικρή ότι θα περάσει να τη δει. Η Δάφνη ντύθηκε από το πρωί. Έβαλε το τζιν της, έφτιαξε τα μαλλιά της, κάθισε στο μπαλκόνι και τον περίμενε μέχρι που νύχτωσε.
Δεν ήρθε.
Όταν την έβαλα για ύπνο, μου είπε χαμηλά:
«Μήπως αν ήμουν πιο καλή, θα έμενε;»
Εκεί έσπασα.
«Ποτέ ξανά να μην το πεις αυτό. Δεν έφταιξες εσύ. Οι μεγάλοι κάνουν λάθη. Και μερικοί κάνουν και ατιμίες.»
Την άλλη μέρα πήρα εγώ τον Στέφανο.
«Τι κάνεις στο παιδί;»
«Μην αρχίζεις, Ελένη. Είναι δύσκολα και για μένα.»
Γέλασα τόσο πικρά που τρόμαξα τον εαυτό μου.
«Δύσκολα; Με την Άννα στο σπίτι που πλήρωνα κι εγώ όταν ερχόταν για καφέ; Αυτά είναι δύσκολα;»
Σιώπησε. Και αυτή η σιωπή ήταν ομολογία, θράσος, αδιαφορία, όλα μαζί.
Τα λεφτά άρχισαν να μην φτάνουν. Το ενοίκιο, τα φροντιστήρια, το σούπερ μάρκετ, η ΔΕΗ. Ο Στέφανος έδινε όποτε θυμόταν και όσα ήθελε. Ο πατέρας μου, ο Γιάννης, μου άφηνε δήθεν τυχαία σακούλες με πορτοκάλια, λάδι και κατεψυγμένα στην πόρτα για να μην νιώσω άσχημα. Η μάνα μου ήθελε να πάει να βρει την Άννα και να της τραβήξει τα μαλλιά. Δεν την άφησα. Τι θα κέρδιζα; Τίποτα δεν γύριζε πίσω.
Μετά από μήνες, συνάντησα την Άννα έξω από ένα διαγνωστικό κέντρο στο Αιγάλεω. Ήταν πιο αδύνατη, πιο κουρασμένη. Με πλησίασε διστακτικά.
«Θέλω να σου μιλήσω.»
«Εγώ όχι.»
«Δεν έγινε όπως το φαντάστηκα.»
Γύρισα και την κοίταξα πρώτη φορά στα μάτια μετά από καιρό.
«Και φαντάστηκες, δηλαδή; Είχες ολόκληρο σχέδιο;»
Άρχισε να κλαίει. Όχι, δεν τη λυπήθηκα. Ίσως ακούγομαι σκληρή, αλλά εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα μόνο τη Δάφνη στο μπαλκόνι να περιμένει τον πατέρα της.
Σιγά σιγά, κάτι μέσα μου άλλαξε. Όχι γιατί συγχώρεσα. Απλώς κουράστηκα να ζω μόνο σαν πληγή. Έπιασα δεύτερη δουλειά δύο απογεύματα τη βδομάδα, ξεκίνησα συνεδρίες σε μια δημοτική δομή με ψυχολόγο, και με τη Δάφνη φτιάξαμε νέες μικρές συνήθειες. Παγωτό τις Παρασκευές. Ταινία με κουβέρτα στον καναπέ. Βόλτα στο Πασαλιμάνι όταν είχαμε λίγα παραπάνω λεφτά.
Μια νύχτα, ενώ μαζεύαμε τα πιάτα, η Δάφνη μου είπε:
«Μαμά, τώρα γελάς λίγο αληθινά.»
Και τότε κατάλαβα ότι ίσως αυτό ήταν το πρώτο βήμα. Όχι να ξεχάσω. Να ξανασταθώ.
Δεν ξέρω αν υπάρχει σωστός τρόπος να μαζεύεις τη ζωή σου όταν σε προδίδουν δύο άνθρωποι που ήταν το σπίτι σου.
Ξέρω μόνο πως, όταν έχεις παιδί να σε κοιτάει, δεν επιτρέπεται να μείνεις για πάντα στο πάτωμα. Εσείς θα μπορούσατε να συγχωρήσετε ποτέ μια τέτοια διπλή προδοσία; Και το παιδί, πώς το προστατεύεις όταν ο πόνος δεν κρύβεται πια;