«Πάντα πίστευα πως είχα μια αληθινή φίλη»: Μέχρι που άκουσα πως ήμουν απλώς μια βολική λύση
«Δεν καταλαβαίνεις, ρε Μαρία! Δεν είμαι εδώ μόνο όταν σε βολεύει!» φώναξα, με τη φωνή μου να τρέμει από θυμό και απογοήτευση. Η Μαρία με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να νιώθω μικρή, σαν να ήμουν εγώ το πρόβλημα. Ήμασταν στο μικρό καφέ της γειτονιάς μας, εκεί που πηγαίναμε από το λύκειο, όταν ακόμα ονειρευόμασταν πως θα αλλάξουμε τον κόσμο.
Από μικρή ήμουν το «καλό κορίτσι». Η Ελένη που βοηθούσε πάντα, που δεν έλεγε ποτέ όχι, που έτρεχε για όλους. Η μαμά μου έλεγε πως έτσι πρέπει να είναι οι άνθρωποι: «Να δίνεις χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα». Κι εγώ έδινα. Στη Μαρία έδινα τα πάντα – χρόνο, αγάπη, στήριξη. Όταν ο πατέρας της έφυγε ξαφνικά για τη Θεσσαλονίκη με μια άλλη γυναίκα, ήμουν εκεί. Όταν έμεινε χωρίς δουλειά και έκλαιγε τα βράδια στο τηλέφωνο, ήμουν εκεί. Όταν χώρισε με τον Πέτρο και νόμιζε πως δεν θα ξαναγαπήσει ποτέ, ήμουν εκεί.
«Ελένη, μην κάνεις έτσι τώρα. Ξέρεις πως σε αγαπάω», είπε ψυχρά, κοιτώντας το κινητό της. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως κάτι μέσα μου έσπασε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα πως ήμουν απλώς η «βολική λύση» στη ζωή της Μαρίας – αυτή που θα ακούσει τα προβλήματά της, θα της κρατήσει το χέρι όταν όλα πάνε στραβά, αλλά θα εξαφανιστεί όταν όλα πάνε καλά.
Θυμάμαι ένα βράδυ πριν τρία χρόνια. Είχα χάσει τη δουλειά μου στο λογιστικό γραφείο. Έκλαιγα στο μπαλκόνι του σπιτιού μου στη Νέα Σμύρνη, με τα φώτα της πόλης να τρεμοπαίζουν σαν ελπίδες που σβήνουν. Τηλέφωνο στη Μαρία: «Μπορείς να έρθεις; Δεν είμαι καλά». «Δεν μπορώ τώρα, έχω βγει με τον Κώστα», μου είπε βιαστικά. Τότε το δικαιολόγησα – όλοι έχουν ζωή, σκέφτηκα. Αλλά πόσες φορές να δικαιολογήσεις κάποιον;
Η οικογένειά μου δεν βοηθούσε. Ο πατέρας μου πάντα έλεγε: «Οι φίλοι είναι για όσο σε χρειάζονται. Μην επενδύεις τόσο». Η μητέρα μου προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες: «Η Μαρία είναι καλό παιδί, απλώς περνάει δύσκολα». Κι εγώ ανάμεσα σε δυο κόσμους – της λογικής και της καρδιάς.
Η ζωή στην Αθήνα δεν είναι εύκολη. Τα ενοίκια ανεβαίνουν, οι δουλειές λιγοστεύουν, οι άνθρωποι γίνονται όλο και πιο κλειστοί. Στη δουλειά μου στο φαρμακείο βλέπω κάθε μέρα πρόσωπα κουρασμένα, γεμάτα άγχος και μοναξιά. Πόσες φορές δεν σκέφτηκα να φύγω για το χωριό της γιαγιάς στην Άρτα; Να αφήσω πίσω μου όλα αυτά και να ξεκινήσω από την αρχή.
Η Μαρία όμως ήταν πάντα το λιμάνι μου. Ή έτσι νόμιζα. Μέχρι εκείνο το απόγευμα που μπήκα κατά λάθος στο messenger της – είχε ξεχάσει ανοιχτό το λάπτοπ της στο σπίτι μου. Δεν ήθελα να διαβάσω τίποτα, αλλά το μάτι μου έπεσε σε μια συνομιλία με την Ειρήνη:
«Η Ελένη είναι καλή για να σε ξελασπώνει όταν δεν έχεις που να πας. Αλλά κατά τα άλλα… βαρετή!»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. Όλα όσα είχα δώσει, όλα όσα είχα μοιραστεί μαζί της… Ήμουν απλώς μια βολική λύση; Ένα προσωρινό καταφύγιο μέχρι να βρει κάτι καλύτερο;
Την αντιμετώπισα αμέσως. «Γιατί το είπες αυτό;» τη ρώτησα με δάκρυα στα μάτια. «Δεν το εννοούσα έτσι… Ξέρεις πώς είναι αυτά τα κοριτσίστικα», απάντησε αδιάφορα. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν ήθελε καν να ζητήσει συγγνώμη.
Οι μέρες πέρασαν βαριά. Στο σπίτι επικρατούσε ένταση – η μητέρα μου ανησυχούσε για μένα, ο πατέρας μου έλεγε «στα ‘λεγα εγώ». Η μικρή μου αδερφή, η Σοφία, προσπαθούσε να με κάνει να γελάσω: «Έλα μωρέ, θα βρεις καλύτερους φίλους!». Αλλά εγώ δεν ήθελα άλλους φίλους. Ήθελα τη Μαρία όπως νόμιζα ότι ήταν.
Στη δουλειά έγινα σκιά του εαυτού μου. Η κυρία Κατερίνα, η φαρμακοποιός, με ρώτησε μια μέρα: «Τι έχεις, κορίτσι μου; Έχεις χάσει το χαμόγελό σου». Δεν μπορούσα να μιλήσω σε κανέναν – ποιος θα καταλάβαινε ότι ο πόνος της προδοσίας από έναν φίλο είναι χειρότερος κι από έναν χωρισμό;
Ένα βράδυ αποφάσισα να πάω μια βόλτα στη θάλασσα στη Βουλιαγμένη. Έκατσα στην άκρη του μόλου και κοίταξα τα φώτα απέναντι. Θυμήθηκα όλες τις στιγμές μας – τα γέλια μας στα παγκάκια του Ζαππείου, τις βόλτες στα στενά του Κουκακίου, τα όνειρά μας για ταξίδια στην Ιταλία που ποτέ δεν κάναμε.
Έκλαψα πολύ εκείνο το βράδυ. Όχι μόνο για τη Μαρία – για όλα όσα έχασα πιστεύοντας στους ανθρώπους. Γιατί στην Ελλάδα του σήμερα, οι άνθρωποι έχουν μάθει να επιβιώνουν μόνοι τους. Να μην εμπιστεύονται εύκολα. Να φοβούνται την αληθινή επαφή.
Την επόμενη μέρα πήρα μια απόφαση: θα ζήσω για μένα. Θα σταματήσω να είμαι η βολική λύση στη ζωή των άλλων. Άρχισα να λέω «όχι» – στην οικογένειά μου όταν ζητούσαν πράγματα που δεν ήθελα να κάνω, στη δουλειά όταν με φόρτωναν παραπάνω ώρες χωρίς πληρωμή, στους φίλους που θυμόντουσαν την ύπαρξή μου μόνο όταν είχαν ανάγκη.
Η Μαρία προσπάθησε να επιστρέψει στη ζωή μου λίγες εβδομάδες μετά. Μου έστειλε μήνυμα: «Μου λείπεις». Δεν απάντησα αμέσως. Της ζήτησα να συναντηθούμε και της είπα όλα όσα ένιωθα:
«Δεν θέλω πια φιλίες που βασίζονται στην ανάγκη και όχι στην αγάπη. Αν θες να είμαστε φίλες, πρέπει να αλλάξουμε κι οι δυο».
Δεν ξέρω αν κατάλαβε ποτέ τι εννοούσα. Από τότε χαθήκαμε σιγά-σιγά. Πόνεσε πολύ – ακόμα πονάει κάποιες νύχτες που βλέπω φωτογραφίες μας και αναρωτιέμαι αν όλα ήταν ψέμα.
Όμως τώρα ξέρω: αξίζω ανθρώπους που με αγαπούν για αυτό που είμαι και όχι για αυτό που μπορώ να προσφέρω μόνο όταν τους βολεύει.
Άραγε πόσοι από εμάς έχουμε υπάρξει «βολικές λύσεις» στη ζωή κάποιου άλλου; Και πόσοι έχουμε το θάρρος να διεκδικήσουμε κάτι καλύτερο;