«Δεν είμαι η υπηρέτριά σας»: Το κυριακάτικο τραπέζι που διέλυσε τη σιωπή μου μέσα στο ίδιο μου το σπίτι
«Ελένη, τα μακαρόνια των μικρών να τα κάνεις σκέτα, ε; Και η μικρή δεν τρώει σαλάτα, της φτιάχνεις καμιά ομελέτα αν έχεις αυγά.»
Το είπε και πέρασε δίπλα μου σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Σαν να ήμουν η οικιακή βοηθός της. Όχι η γυναίκα του πατέρα της. Όχι η ιδιοκτήτρια αυτού του σπιτιού μαζί με τον άντρα μου. Εγώ, με την ποδιά ακόμα δεμένη, τα χέρια να μυρίζουν κρεμμύδι και λεμόνι, την κοίταξα και δεν μίλησα. Αλλά εκείνη τη στιγμή, κάτι μέσα μου άρχισε να βράζει.
Είμαι η Ελένη, 58 χρονών. Παντρεύτηκα τον Στέλιο πριν από οκτώ χρόνια. Εκείνος είχε ήδη μια κόρη, τη Μαρία, από τον πρώτο του γάμο. Όταν γνωριστήκαμε, μου είπε από την αρχή πόσο δεμένος είναι με την κόρη και τα εγγόνια του. Το σεβάστηκα. Το κατάλαβα. Δεν ήθελα ποτέ να μπω ανάμεσά τους.
Αυτό που δεν κατάλαβα τότε ήταν ότι, σιγά σιγά, θα έβγαινα εγώ έξω απ’ το ίδιο μου το σπίτι.
Στην αρχή η Μαρία ερχόταν αραιά. Έφερνε τα παιδιά, κάναμε καφέ, έφευγαν. Μετά άρχισαν τα κυριακάτικα τραπέζια. Κάθε εβδομάδα. Χωρίς να ρωτήσει κανείς αν μπορώ, αν θέλω, αν κουράζομαι. Θεωρημένο. «Θα περάσουμε την Κυριακή.» Αυτό μόνο.
Και το «θα περάσουμε» σήμαινε ότι από το Σάββατο το βράδυ εγώ έκανα λίστα για λαϊκή, κρέας, πατάτες, ψωμιά, χυμούς για τα παιδιά. Σήμαινε σφουγγάρισμα, ξεσκόνισμα, αλλαγή τραπεζομάντιλου, μαγείρεμα για έξι άτομα και βάλε. Σήμαινε ότι όταν έφταναν, η Μαρία άφηνε την τσάντα της στην καρέκλα, τα παιδιά σκόρπιζαν παντού και εκείνη καθόταν με το κινητό ή με τον πατέρα της στο μπαλκόνι να μιλάνε, κι εγώ έτρεχα.
«Ελένη, λίγο νερό.»
«Ελένη, έπεσε ο μικρός.»
«Ελένη, έχεις καμιά σοκολάτα;»
Καμιά φορά έπιανα τον εαυτό μου να απαντάει αυτόματα. Λες και είχα εκπαιδευτεί. Και μετά με έπιανε θυμός με μένα. Γιατί το άφηνα;
Το είχα πει στον Στέλιο. Πολλές φορές.
«Δεν αντέχω άλλο έτσι», του είπα ένα βράδυ που έπλενα ταψιά στις έντεκα.
Εκείνος αναστέναξε.
«Κάνε λίγη υπομονή, Ελένη. Για τα παιδιά. Μην τα χαλάμε τώρα. Οικογένεια είμαστε.»
«Οικογένεια; Και εγώ τι είμαι;»
«Μην τα παίρνεις όλα προσωπικά.»
Αυτή η φράση του με τσάκιζε. Γιατί όλα προσωπικά τα ζούσα. Εγώ κουραζόμουν. Εγώ μάζευα. Εγώ έβλεπα τη Μαρία να ανοίγει το ψυγείο μου, να βγάζει πράγματα, να λέει στα παιδιά «ζητήστε το από την Ελένη» λες και ήμουν κάποια θεία σε υπηρεσία.
Την περασμένη Κυριακή έγινε το κακό. Από το πρωί ήμουν στα πόδια. Είχα κάνει γεμιστά, τζατζίκι, πατάτες στον φούρνο, είχα τηγανίσει και κεφτεδάκια για τα παιδιά γιατί «δεν τρώνε λαδερά». Η Μαρία ήρθε μια ώρα αργοπορημένη, χωρίς καν ένα «συγγνώμη». Τα παιδιά μπήκαν μέσα με παπούτσια, γέμισε ο διάδρομος χώματα. Ο μικρός πέταξε χυμό στον καναπέ. Η μικρή άνοιξε όλα τα ντουλάπια της κουζίνας.
Και η Μαρία;
Κάθισε.
«Ελένη, μήπως να βάλεις πρώτα τα παιδιά να φάνε γιατί νυστάζουν;» μου είπε.
Εκεί την κοίταξα.
«Εσύ να τα βάλεις να φάνε, Μαρία. Μάνα τους είσαι.»
Πάγωσε το τραπέζι. Ο Στέλιος κατέβασε το πιρούνι. Τα παιδιά σταμάτησαν να μιλάνε.
Η Μαρία γέλασε εκείνο το νευρικό, το μισό ειρωνικό.
«Συγγνώμη;»
Σκούπισα τα χέρια μου στην πετσέτα και για πρώτη φορά δεν χαμήλωσα το βλέμμα.
«Λέω ότι δεν είμαι η υπηρέτριά σου. Ούτε νταντά. Ούτε μαγείρισσα που τη διατάζεις. Αυτό είναι το σπίτι μου και θέλω σεβασμό.»
«Πολύ βαριά το πήρες», είπε και σταύρωσε τα χέρια. «Δυο παιδιά έχουμε, λογικό είναι να βοηθάς λίγο.»
«Λίγο;» είπα και ένιωθα τα μάγουλά μου να καίνε. «Λίγο είναι να ετοιμάζω κάθε εβδομάδα τραπέζι, να καθαρίζω, να μαζεύω πίσω από όλους σας, να ακούω παραγγελίες και να μην ακούω ούτε ένα ευχαριστώ;»
Ο Στέλιος πετάχτηκε.
«Ελένη, όχι μπροστά στα παιδιά!»
Γύρισα σε εκείνον.
«Μπροστά στα παιδιά ζω όλη αυτή την κατάσταση, Στέλιο. Μπροστά στα παιδιά με κάνετε να νιώθω ξένη.»
Η φωνή μου έτρεμε, αλλά δεν σταμάτησα.
«Από σήμερα τέλος. Αν έρθετε, θα έρθετε σαν καλεσμένοι που σέβονται το σπίτι. Η Μαρία θα φροντίζει τα παιδιά της. Θα βοηθάτε στο στρώσιμο, στο μάζεμα, σε όλα. Και αν θέλετε ειδικά φαγητά, θα τα φέρνετε εσείς. Δεν είμαι δεδομένη. Ακούγεται άσχημο; Ε, έτσι είναι.»
Η Μαρία σηκώθηκε απότομα.
«Μπαμπά, τα ακούς; Για μένα τα λέει αυτά;»
Ο Στέλιος ήταν κατακόκκινος.
«Χάλασες όλη την Κυριακή για το τίποτα», μου είπε σφιγμένα.
Για το τίποτα. Εκεί πόνεσα πιο πολύ.
«Για το τίποτα;» ψιθύρισα. «Οχτώ χρόνια κατάπια για το τίποτα;»
Τα μάτια μου γέμισαν, αλλά δεν έκλαψα μπροστά τους. Η Μαρία μάζεψε τα παιδιά νευριασμένα. Η μικρή έκλαιγε γιατί δεν πρόλαβε το γλυκό. Ο μικρός φώναζε ότι θέλει να μείνει. Η πόρτα έκλεισε δυνατά.
Έμεινε μια σιωπή βαριά. Από εκείνες που βουίζουν.
Ο Στέλιος δεν μου μίλησε όλο το απόγευμα. Το βράδυ κοιμήθηκε στο σαλόνι. Τη Δευτέρα η Μαρία έστειλε μήνυμα μόνο σε εκείνον. Ούτε λέξη σε μένα. Έμαθα όμως ότι είπε στην ξαδέλφη του πως «η Ελένη ζηλεύει τα εγγόνια». Τόσο εύκολα με έβγαλε κακιά.
Κι όμως, δεν ζήλεψα ποτέ τα παιδιά. Την αδιαφορία ζήλεψα. Το πόσο εύκολα όλοι θεωρούσαν ότι εγώ θα σηκώνω τα πάντα και θα χαμογελάω κιόλας.
Τώρα το σπίτι είναι ήσυχο, αλλά όχι γαλήνιο. Ο Στέλιος κινείται σαν ξένος μέσα στους χώρους. Εγώ πάλι νιώθω για πρώτη φορά ότι άκουσα τον εαυτό μου. Και ας άργησα. Και ας έγινε άτσαλα.
Πείτε μου μόνο αυτό: όταν βάζεις όρια στο ίδιο σου το σπίτι, είσαι σκληρή ή απλώς σώζεις την αξιοπρέπειά σου;
Εσείς θα το ανεχόσασταν τόσο καιρό ή θα είχατε μιλήσει νωρίτερα;