Μεγάλωσα τη θετή μου κόρη για δεκαπέντε χρόνια σαν παιδί μου — και λίγο πριν τον γάμο της μου είπε ότι για εκείνη ήμουν απλώς η γυναίκα του πατέρα της

«Μην αγγίζεις τα προσκλητήρια, σε παρακαλώ. Αυτά θα τα κανονίσω εγώ με τη μαμά μου.»

Το είπε χαμηλόφωνα η Ελπίδα, αλλά μου ήρθε σαν χαστούκι. Στεκόμουν στην κουζίνα με τα χέρια ακόμα βρεγμένα από τα πιάτα, και για λίγα δευτερόλεπτα δεν κατάλαβα καν τι άκουσα. Η μαμά μου. Όχι εγώ. Η Βάσω, η βιολογική της μητέρα, που όλα αυτά τα χρόνια έμπαινε και έβγαινε στη ζωή της όποτε τη βόλευε.

Γύρισα και την κοίταξα.

«Συγγνώμη, τι εννοείς;»

Η Ελπίδα δεν με κοίταξε καν. Έσκυψε πάνω από το τραπέζι, ίσιωσε κάτι κορδέλες και είπε εκείνο το ξερό, το ψυχρό:

«Εννοώ πως δεν χρειάζεται να μπλέκεσαι σε όλα.»

Εκεί λύγισα μέσα μου. Όχι απ’ τα προσκλητήρια. Από το “μπλέκεσαι”. Σαν να ήμουν ξένη. Σαν να μπήκα χθες στο σπίτι.

Εγώ όμως δεν μπήκα χθες. Μπήκα πριν δεκαπέντε χρόνια, όταν η Ελπίδα ήταν δώδεκα και είχε δυο κοτσιδάκια, νεύρα μέχρι τον ουρανό και ένα βλέμμα που έλεγε καθαρά “μην προσπαθήσεις να μου πάρεις τη μάνα”. Και δεν προσπάθησα ποτέ.

Παντρεύτηκα τον Στέλιο μετά από πολύ κουβέντα, πολύ φόβο και πολλές υποσχέσεις. Μου είχε πει από την αρχή:

«Το παιδί είναι δύσκολο, Άννα. Έχει πληγωθεί.»

Το ήξερα. Και μπήκα μαλακά. Δεν της ζήτησα να με πει μαμά. Δεν της ζήτησα τίποτα. Της έφτιαχνα τοστ για το σχολείο, της σιδέρωνα τη στολή στις παρελάσεις, καθόμουν άυπνη όταν ανέβαζε πυρετό. Έτρεχα σε ορθοδοντικούς, σε φροντιστήρια, σε πρόβες χορού, σε γιορτές σχολείου όπου ο Στέλιος δεν προλάβαινε γιατί δούλευε διπλοβάρδιες.

Όταν έδινε Πανελλήνιες, εγώ ξυπνούσα πιο πριν από όλους για να της βράσω αυγό και να της κάνω καφέ. Της άφηνα χαρτάκια στην τσάντα. “Μπορείς”. “Ηρέμησε”. “Ό,τι κι αν γίνει, είμαστε περήφανοι”. Αυτά δεν τα κάνει “η γυναίκα του πατέρα”. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευα.

Η Βάσω τότε τηλεφωνούσε μια στο τόσο. Άλλοτε ήταν στη Λάρισα με τον καινούργιο της σύντροφο, άλλοτε “δεν μπορούσε οικονομικά”, άλλοτε είχε τα δικά της. Δεν την κατηγόρησα ποτέ μπροστά στην Ελπίδα. Ποτέ. Ακόμα κι όταν η μικρή έκλαιγε και έλεγε:

«Γιατί δεν ήρθε πάλι;»

της απαντούσα:

«Η μαμά σου σε αγαπάει, απλώς δεν τα καταφέρνει πάντα.»

Να, τόσο χαζή ήμουν ίσως.

Τις προάλλες, με τις ετοιμασίες του γάμου, είχα αρχίσει να χαίρομαι σαν να πάντρευα δικό μου παιδί. Έψαχνα μπομπονιέρες, κρατούσα λίστες, υπολόγιζα τραπέζια, έκοβα από το σούπερ μάρκετ για να τους δώσουμε λίγα παραπάνω χρήματα. Ο Στέλιος γκρίνιαζε για τα έξοδα, αλλά εγώ έλεγα “μία φορά παντρεύεται”.

Μέχρι που άρχισα να βλέπω ότι κάτι δεν πάει καλά.

Δοκιμαστικό νυφικού; Δεν με κάλεσαν.

Το τραπέζι με τις φίλες; Δεν το ήξερα καν.

Η επιλογή εκκλησίας, στολισμού, κομμώτριας; Όλα αποφασισμένα αλλού, χωρίς εμένα.

Στην αρχή είπα, εντάξει, νέα παιδιά, τρέχουν. Μετά όμως άκουσα τυχαία την Ελπίδα να μιλάει στο τηλέφωνο με τη Βάσω από το μπαλκόνι.

«Ε, όχι ρε μαμά, δεν θα τη βάλω παντού. Θα αρχίσει μετά να νομίζει ότι είναι κάτι παραπάνω.»

Έπαθα κανονικό μούδιασμα. Έμεινα πίσω από την μπαλκονόπορτα σαν κλέφτρα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Ήθελα να πιστέψω ότι κατάλαβα λάθος. Ότι ίσως μιλούσε για άλλη. Αλλά όταν μπήκε μέσα, της το είπα.

«Ελπίδα, τι ακριβώς είμαι για σένα;»

Με κοίταξε ενοχλημένη. Σαν να της χάλασα τη μέρα.

«Άννα, μην το κάνεις δράμα τώρα.»

«Δράμα; Σε μεγάλωσα.»

«Μεγάλωσες μαζί με τον μπαμπά μου. Μη μπερδεύεσαι.»

Ούτε φώναξε ούτε έκλαψε. Αυτό ήταν το χειρότερο. Το είπε τόσο απλά, τόσο ήρεμα, που κατάλαβα πως αυτή ήταν η αλήθεια της εδώ και χρόνια.

«Δεν σε είδα ποτέ σαν μάνα μου», συνέχισε. «Σε σέβομαι. Αλλά είσαι η γυναίκα του πατέρα μου. Η μαμά μου είναι η μαμά μου.»

Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει. Τα αυτιά μου βούιζαν. Δεκαπέντε χρόνια μέσα σε μια πρόταση, σβησμένα.

Ο Στέλιος μπήκε εκείνη την ώρα και κατάλαβε ότι κάτι έγινε.

«Τι έγινε πάλι;» είπε κουρασμένα.

Τον κοίταξα και περίμενα, έστω μία φορά, να σταθεί δίπλα μου χωρίς αστερίσκους.

Η Ελπίδα μίλησε πρώτη.

«Της εξήγησα απλώς ότι δεν θέλω να είναι σε όλα του γάμου. Δεν είναι προσωπικό.»

Τότε ο Στέλιος έκανε αυτό που με αποτελείωσε.

«Άννα, μην πιέζεις το παιδί. Αυτές οι σχέσεις δεν επιβάλλονται.»

Το παιδί. Στα είκοσι επτά της. Και εγώ; Εγώ τι ήμουν; Η εύκολη λύση; Η γυναίκα που κρατούσε το σπίτι όρθιο για να μη ζορίζονται οι άλλοι;

Εκείνο το βράδυ δεν φώναξα. Δεν έσπασα τίποτα. Μόνο μάζεψα τα τάπερ που είχα ετοιμάσει για το επόμενο τραπέζι των συμπεθέρων και τα έβαλα στην κατάψυξη. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού και κοίταζα τον τοίχο. Ο Στέλιος είπε ένα ξερό “μην το παίρνεις έτσι”, και γύρισε πλευρό.

Αυτό πείραξε πιο πολύ κι από τα λόγια της Ελπίδας. Γιατί κατάλαβα ότι ίσως μόνο εγώ πίστεψα πως είμαστε οικογένεια. Οι άλλοι απλώς βολεύτηκαν πάνω στην αγάπη μου.

Από τότε κάνω τα απολύτως απαραίτητα. Μιλάω ευγενικά. Μαγειρεύω όταν πρέπει. Αλλά κάτι μέσα μου έσπασε και δεν ξέρω αν ξανακολλάει. Όταν τη βλέπω να γελάει με τη Βάσω για στολίδια και τραγούδια εισόδου, νιώθω ντροπή που πόνεσα τόσο πολύ. Σαν να ζητάω θέση που δεν ήταν ποτέ δική μου.

Και τώρα ο γάμος πλησιάζει. Θα πάω, θα ντυθώ, θα χαμογελάσω για τον κόσμο. Αλλά ξέρω πως μέσα στην εκκλησία δεν θα είμαι τίποτα παραπάνω από μια καλοντυμένη σκιά που κάποτε πίστεψε ότι η αγάπη αρκεί.

Πείτε μου ειλικρινά… όταν δίνεις την καρδιά σου σε ένα παιδί που δεν γέννησες, πρέπει να περιμένεις απόρριψη για να προστατευτείς;

Ή είμαι εγώ άδικη που πενθώ μια σχέση που ίσως υπήρχε μόνο μέσα στο δικό μου μυαλό;