«Δεν είσαι ο πατέρας της» — το έμαθα έξω από το Αγία Σοφία, τη μέρα που η γυναίκα μου εξαφανίστηκε, κι όμως έμεινα δίπλα στο παιδί μου μέχρι το τέλος
«Σταμάτα να με κοιτάς έτσι, Νίκη. Πες μου μόνο πού πας.»
Η φωνή μου έτρεμε και το κλειδί της εξώπορτας ήταν ακόμα στο χέρι της. Η βαλίτσα ακουμπούσε δίπλα στο πατάκι, λες και είχε φύγει πρώτα η απόφαση και μετά εκείνη. Στο παιδικό δωμάτιο, η μικρή κοιμόταν εξαντλημένη από τις εξετάσεις. Εγώ μύριζα ακόμα αντισηπτικό από το Αγία Σοφία.
Η Νίκη ούτε που με κοίταξε καλά καλά.
«Δεν αντέχω άλλο, Μανώλη. Πνίγομαι.»
«Πνίγεσαι; Το παιδί μας είναι στο νοσοκομείο.»
Έσφιξε τα χείλη της. Για ένα δευτερόλεπτο νόμιζα πως θα λυγίσει. Πως θα αφήσει τη βαλίτσα, θα καθίσει κάτω και θα κλάψουμε μαζί. Αντί γι’ αυτό, άρπαξε το κινητό της, πέρασε δίπλα μου και είπε μόνο:
«Μη με ψάξεις.»
Και έφυγε.
Τρεις μέρες πριν, μας είχαν πει τη λέξη που κόβει τα πόδια. Λευχαιμία. Η Ελπίδα, έξι χρονών, με δυο κοτσιδάκια και ένα ροζ λαστιχάκι πάντα χαμένο, καθόταν στο κρεβάτι και ρώταγε γιατί όλοι μιλούσαν ψιθυριστά. Εγώ κοιτούσα τον γιατρό και δεν άκουγα σχεδόν τίποτα μετά τη λέξη. Μόνο «θεραπεία», «χημειοθεραπεία», «άμεση έναρξη», «αιματολογικές», «συμβατότητες».
Από εκείνη τη μέρα άρχισε ο αγώνας. Πήγαινε-έλα από το Περιστέρι στο Αγία Σοφία, καφέδες από το κυλικείο, χαρτιά, ΑΜΚΑ, παραπεμπτικά, ουρές, τηλέφωνα σε συγγενείς για αίμα και αιμοπετάλια. Η μάνα μου έφερνε τάπερ γιατί ήξερε ότι θα ξεχνούσα να φάω. Ο αδερφός μου μου έδωσε λίγα χρήματα κρυφά, στην τσέπη του μπουφάν, χωρίς κουβέντα. Τα έξοδα έτρεχαν σαν νερό. Βενζίνες, φάρμακα που δεν βρίσκαμε εύκολα, μικροπράγματα που γίνονται βουνό όταν είσαι ήδη γονατισμένος.
Και μέσα σε όλα, η Νίκη χάθηκε.
Την έπαιρνα τηλέφωνο. Κλειστό. Έστελνα μηνύματα. Τίποτα. Η πεθερά μου ορκιζόταν ότι δεν ήξερε πού είναι. «Ίσως θέλει λίγο χρόνο», μου είπε. Λίγο χρόνο; Το παιδί μας έκανε εμετούς από τα φάρμακα και ξυπνούσε τη νύχτα φωνάζοντας «μπαμπά, μη φύγεις».
Δεν έφυγα.
Μια βδομάδα μετά, με φώναξαν για επιπλέον εξετάσεις. Ήθελαν πλήρη οικογενειακό φάκελο, ομάδες αίματος, ιστορικά, ό,τι μπορούσε να χρειαστεί. Ήμουν σε ένα γραφείο με λευκά ντουλάπια και μια γιατρό που κρατούσε τον φάκελο της Ελπίδας ανοιχτό. Ξεφύλλιζε ήσυχα, μέχρι που σταμάτησε.
Με κοίταξε περίεργα.
«Κύριε Μανώλη… είστε σίγουρος για το ιστορικό που μας δώσατε;»
«Τι εννοείτε;»
«Υπάρχει μια ασυμφωνία στις ομάδες αίματος. Μπορεί να είναι λάθος καταχώρισης, αλλά πρέπει να το ελέγξουμε.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. «Τι σημαίνει αυτό;»
Δεν μου το είπε ωμά. Το κατάλαβα μόνος μου πριν το ακούσω. Μετά έγιναν εξετάσεις. Άλλες δύο μέρες αναμονή. Δύο μέρες που εγώ καθόμουν δίπλα στο κρεβάτι της Ελπίδας, της διάβαζα παραμύθια με σπασμένη φωνή και ένιωθα ότι κάποιος είχε ανοίξει μια τρύπα κάτω από τα πόδια μου.
Το αποτέλεσμα ήρθε στεγνό. Καθαρό. Ανελέητο.
Δεν ήμουν ο βιολογικός της πατέρας.
Δεν θυμάμαι πώς βγήκα από το γραφείο. Θυμάμαι μόνο ότι κάθισα σε ένα παγκάκι στον διάδρομο και κοίταζα το πάτωμα. Γύρω μου περνούσαν νοσηλευτές, γονείς, καροτσάκια, ζωές που συνέχιζαν. Εγώ όχι. Εγώ είχα μείνει κολλημένος σε ένα «γιατί;» που δεν απαντιόταν.
Πήρα τηλέφωνο τη Νίκη ξανά και ξανά. Τίποτα. Της έστειλα μόνο ένα μήνυμα.
«Το ξέρω.»
Με πήρε τα ξημερώματα.
Άκουσα ανάσα. Σιωπή. Και μετά κλάμα.
«Συγγνώμη…» είπε.
«Με ποιον; Πότε;»
«Πριν χρόνια. Μια βλακεία… ήμουν χαμένη τότε… Δεν ήξερα… μετά έμεινα έγκυος, πίστεψα πως ήταν δικό σου, μετά φοβήθηκα… και μετά πέρασαν τα χρόνια…»
«Και τώρα έφυγες γιατί;»
Άργησε να απαντήσει.
«Γιατί ντράπηκα. Γιατί όταν αρρώστησε, νόμιζα πως θα βγουν όλα. Δεν άντεξα.»
Εκείνη τη στιγμή δεν θύμωσα όπως φανταζόμουν. Δεν φώναξα. Δεν έσπασα τίποτα. Ένιωσα μόνο ένα κρύο. Ένα τεράστιο κρύο.
«Η Ελπίδα σε ζητάει», της είπα.
Και το τηλέφωνο έκλεισε μέσα σε λυγμούς.
Δεν ξαναγύρισε.
Έμεινα μόνος με ένα παιδί που, ξαφνικά, ο κόσμος θα έλεγε ότι «δεν ήταν δικό μου». Μόνο που ήταν. Ήξερα πώς κοιμάται όταν έχει πυρετό. Ήξερα ότι σιχαίνεται το γάλα αλλά πίνει λίγο αν της βάλεις κακάο. Ήξερα ποιο αρκουδάκι θέλει στις δύσκολες εξετάσεις. Ήξερα ότι όταν φοβάται, τρίβει τον αντίχειρά της πάνω στο σεντόνι.
Αυτά δεν τα μαθαίνεις από αίμα. Τα μαθαίνεις από αγάπη.
Τους μήνες που ακολούθησαν, έλιωσα. Δουλειά δεν μπορούσα να κρατήσω κανονικά, έκανα μεροκάματα όπως όπως όταν η μάνα μου κρατούσε την Ελπίδα ή όταν ήταν πιο σταθερή η κατάστασή της. Πούλησα το μηχανάκι. Άφησα λογαριασμούς πίσω. Μπήκαμε σε ρυθμίσεις. Άκουσα και λόγια που πονούσαν.
«Καλά, για ξένο παιδί σκοτώνεσαι;» μου είπε ένας ξάδερφος.
Τον κοίταξα και δεν μίλησα. Αν μιλούσα, θα γινόταν άσχημο.
Η Ελπίδα έχασε τα μαλλάκια της. Μια μέρα με κοίταξε στον καθρέφτη και μου είπε σιγά:
«Μπαμπά, είμαι άσχημη;»
Γονάτισα μπροστά της.
«Είσαι το πιο δυνατό κορίτσι που ξέρω.»
Χαμογέλασε λίγο. Αυτό το λίγο με κράτησε ζωντανό.
Σιγά σιγά, οι εξετάσεις άρχισαν να δείχνουν καλύτερα. Όχι θαύματα, όχι εύκολες νίκες. Μικρά βήματα. Μια καλή αιματολογική. Μια μέρα χωρίς πυρετό. Ένα τοστ που το κράτησε μέσα της. Ένα γέλιο στον θάλαμο.
Την ημέρα που μας είπαν ότι η θεραπεία είχε ανταπόκριση, βγήκα έξω από το νοσοκομείο και έκλαψα όρθιος, δίπλα σε έναν κάδο, σαν χαζός. Από ανακούφιση, από θυμό, από όλα μαζί. Η Νίκη δεν ήταν εκεί. Κανείς από όσους είχαν άποψη δεν ήταν εκεί. Μόνο εγώ και το παιδί μου.
Σήμερα η Ελπίδα είναι καλύτερα. Έχουμε δρόμο ακόμα, παρακολούθηση, φόβο σε κάθε εξέταση, αλλά είναι εδώ. Και εγώ είμαι εδώ. Ό,τι κι αν λένε τα χαρτιά.
Τελικά πατέρας είναι αυτός που μένει ή αυτός που φαίνεται σε μια εξέταση;
Εσείς στη θέση μου θα φεύγατε… ή θα κρατούσατε το μικρό χέρι που σας διάλεξε χωρίς να το ξέρει;