«Μάνα, μου πήρες και τον πατέρα και το τελευταίο που άφησε για μένα;» — Η μέρα που άνοιξα τον λογαριασμό και κατέρρευσε ό,τι πίστευα για την οικογένειά μου
«Τι είναι αυτό, μάνα;» της φώναξα με το κινητό στο χέρι, τόσο δυνατά που ακόμα και η θεία Βάσω από το μπαλκόνι δίπλα πρέπει να με άκουσε.
Η μάνα μου γύρισε από την κουζίνα με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα. Φορούσε ακόμα τα μαύρα από την κηδεία. Μύριζε καφές και λιβάνι μέσα στο σπίτι. Ο πατέρας μου δεν είχε κλείσει ούτε ένα εικοσιτετράωρο στο χώμα, κι εγώ στεκόμουν στο σαλόνι και έβλεπα στην οθόνη του e-banking μεταφορές που μου έκοβαν την ανάσα.
Όλο το υπόλοιπο από τον κοινό λογαριασμό του πατέρα μου με τη μάνα μου είχε φύγει. Και λίγες ώρες μετά, είχε μπει και το ποσό από μια κατάθεση που ήξερα πολύ καλά τι ήταν. Ήταν τα χρήματα που ο πατέρας μου έλεγε χρόνια πως «αυτά είναι για σένα, να μη ζοριστείς όπως ζορίστηκα εγώ». Τα λεφτά από την πώληση του χωραφιού στο χωριό, έξω από τη Λαμία, που το κρατούσε από τον παππού.
Η μάνα μου έμεινε ακίνητη.
«Νίκο… κάτσε να σου εξηγήσω.»
«Να μου εξηγήσεις τι; Ότι πρόλαβες πριν στεγνώσει το μνήμα του;»
Το πρόσωπό της λύγισε. Έβαλε το χέρι στο τραπέζι, σαν να ζαλίστηκε.
«Μη μου μιλάς έτσι. Δεν είμαι ξένη.»
Και εκεί ήταν που κάτι έσπασε μέσα μου.
Ξένη δεν ήταν. Αυτό πονούσε πιο πολύ.
Ο πατέρας μου, ο Στέλιος, ήταν άνθρωπος της δουλειάς. Οδηγός σε φορτηγά μια ζωή. Ξυπνούσε στις τέσσερις, γύριζε με τη μέση διαλυμένη, αλλά ποτέ δεν μας άφησε να λείψουμε. Όταν έχασα τη δουλειά μου πριν δύο χρόνια, εκείνος ήταν που πλήρωνε το ενοίκιό μου για μήνες κρυφά, δίνοντας τα λεφτά στη μάνα μου για να μου τα φέρνει «για να μη νιώθεις άσχημα». Αυτός ήταν ο πατέρας μου.
Και η μάνα μου; Η Ελένη ήταν πάντα εκείνη που κρατούσε το σπίτι όρθιο. Υπολογιστική με τα έξοδα, αγχωμένη με τους λογαριασμούς, με μόνιμο φόβο μη βρεθούμε ξεκρέμαστοι. Αλλά αυτό που έκανε… δεν το χωρούσα.
«Πότε το έκανες;» τη ρώτησα.
Χαμήλωσε τα μάτια.
«Την περασμένη εβδομάδα. Όταν μπήκε στο νοσοκομείο ο πατέρας σου και κατάλαβα ότι… ότι μπορεί να μη βγει.»
Έμεινα να την κοιτάω.
«Δηλαδή το σχεδίασες.»
«Όχι έτσι όπως το λες. Φοβήθηκα.»
«Και ο φόβος σου σε έστειλε κατευθείαν στην τράπεζα;»
Άρχισε να κλαίει αθόρυβα. Αυτό το κλάμα το ήξερα από μικρός. Το κλάμα που έκανε όταν δεν ήθελε να την ακούσει κανείς.
«Χρωστάς, Νίκο. Το ξέρεις ότι χρωστάς. Η δουλειά σου είναι μια μέσα, μια έξω. Αν μπαίναν τα λεφτά στο όνομά σου, φοβήθηκα ότι θα έφευγαν. Κατασχέσεις, κάρτες, ρυθμίσεις… Εγώ σκέφτηκα το σπίτι μας. Το μέλλον μας.»
«Το μέλλον μας; Χωρίς να μου πεις κουβέντα;»
«Αν σου το έλεγα, θα θύμωνες.»
«Και τώρα τι κάνω; Σε ευχαριστώ;»
Χτύπησα το χέρι μου στο τραπέζι και πετάχτηκε το ποτήρι με το νερό. Η μάνα μου τραβήχτηκε πίσω σαν να τη χτύπησα. Δεν την άγγιξα. Αλλά η ζημιά είχε γίνει ήδη.
Τις επόμενες μέρες το σπίτι έγινε ξένο. Εγώ πήγαινα μόνο για να μαζέψω χαρτιά του πατέρα μου. Εκείνη άφηνε φαγητό στην κατσαρόλα και έκανε πως τακτοποιεί ντουλάπια για να μη με κοιτάζει. Η θεία Βάσω, βέβαια, είχε άποψη.
«Η μάνα σου καλά έκανε», μου είπε στο τηλέφωνο. «Οι καιροί είναι δύσκολοι. Οι γυναίκες της ηλικίας της ξέρουν.»
Νόμιζα ότι θα σπάσω το κινητό.
Καλά έκανε; Να πάρει λεφτά που ο πατέρας μου είχε ξεκαθαρίσει για ποιον ήταν; Να το κάνει πίσω από την πλάτη μου; Σαν να ήμουν ξένος, ή ακόμα χειρότερα, απειλή.
Μια βδομάδα μετά, βρήκα τη μάνα μου να κάθεται μόνη στο μπαλκόνι. Είχε μπροστά της τον φάκελο της τράπεζας και τη φωτογραφία του γάμου τους. Ο πατέρας μου νέος, με εκείνο το άγαρμπο χαμόγελο. Εκείνη δίπλα του, όμορφη, σφιγμένη, σαν να μην είχε μάθει ποτέ να αφήνεται.
«Θα στα δώσω πίσω», μου είπε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα. «Ό,τι θες θα κάνω. Να πάμε μαζί στην τράπεζα, στον συμβολαιογράφο, όπου θες. Αλλά μη με πετάξεις από τη ζωή σου.»
Κάθισα απέναντί της και για λίγα δευτερόλεπτα δεν μιλούσε κανείς. Ακουγόταν μόνο ένα μηχανάκι από τον δρόμο και το κουτάλι ενός γείτονα που χτυπούσε σε φλιτζάνι.
«Γιατί δεν με εμπιστεύτηκες;» τη ρώτησα σιγά.
Τότε με κοίταξε.
«Γιατί έζησα πολλά χρόνια με τον φόβο, Νίκο. Μετράγαμε κέρματα για το σούπερ μάρκετ. Περίμενα αν θα κοπεί το ρεύμα. Έμαθα να αρπάζω ό,τι μπορώ πριν το χάσω. Και όταν είδα τον πατέρα σου έτσι… πανικοβλήθηκα. Δεν σκέφτηκα σαν μάνα. Σαν τρομαγμένος άνθρωπος σκέφτηκα.»
Ήθελα να τη μισήσω. Αλήθεια το ήθελα. Θα ήταν πιο εύκολο. Αλλά απέναντί μου δεν είχα μια απατεώνισσα από κάποια ξένη ιστορία. Είχα τη μάνα μου. Τη γυναίκα που μου έφερνε πορτοκάλια όταν ήμουν άρρωστος, που μάλωνε με καθηγητές για μένα, που κράτησε σπίτι όρθιο με μισό μισθό και δανεικά από παντού.
Και πάλι όμως, η αγάπη δεν σβήνει την προδοσία έτσι απλά.
Μέχρι σήμερα δεν έχω αποφασίσει τι πονάει περισσότερο. Ότι πήρε τα λεφτά ή ότι με είδε σαν κίνδυνο και όχι σαν παιδί της.
Πείτε μου εσείς… μια μάνα που πρόδωσε από φόβο αξίζει συγχώρεση;
Και η εμπιστοσύνη, όταν σπάσει μέσα στο ίδιο σου το σπίτι, ξανακολλάει ποτέ;